Κάστρο Λάρισα

Το κάστρο Λάρισα δεσπόζει στην κορυφή του ομώνυμου λόφου, πάνω από τη σύγχρονη πόλη του Άργους. Αρχείο ΔΒΜΑ - Κ. Ξενικάκης

Κάστρο Λάρισα

Το κάστρο δεσπόζει στην κορυφή του ομώνυμου λόφου, πάνω από τη σύγχρονη πόλη του Άργους. Η θέση του, ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ελέγχει τον κάμπο μέχρι τον Αργολικό κόλπο και εποπτεύει τις θαλάσσιες και χερσαίες οδούς που συνέδεαν τη νοτιοανατολική Πελοπόννησο με την Αττική και τα νησιά του Αιγαίου. Η ονομασία του συνδέεται με την κόρη του μυθικού γενάρχη των Πελασγών, Λάρισα.

Η θέση του κάστρου, ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ελέγχει τον κάμπο μέχρι τον Αργολικό κόλπο. Αρχείο ΔΒΜΑ - Κ. Ξενικάκης
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Η χρήση του λόφου της Λάρισας ξεκινά από τους προϊστορικούς χρόνους, όταν αποκτά την πρώτη του οχύρωση, και ακολουθώντας τη μακραίωνη ιστορία της πόλης του Άργους, συνεχίζεται μέχρι τα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Κατά την αρχαιότητα αποτελεί τμήμα των οχυρώσεων της πόλης, με την ακρόπολη στη θέση του σημερινού κάστρου.
Η πρώτη μνεία του μεσαιωνικού κάστρου ανάγεται στην περίοδο της κατάληψής του από τον βυζαντινό ηγεμόνα Λέοντα Σγουρό (1203). Μετά τον θάνατό του (1209) διοικείται από τον αδελφό τού δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Άγγελο, ο οποίος όμως σύντομα το παραδίδει στους Φράγκους. Έτσι, μέχρι το 1212 βρίσκεται στα χέρια του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου, στη συνέχεια δίδεται στους δούκες των Αθηνών de la Roche, ενώ περίπου έναν αιώνα αργότερα, το 1309, περνά στον οίκο των de Brienne και των d’Enghien.
Για λίγα χρόνια, από το 1389 μέχρι το 1394, το κάστρο κατακτάται από τον δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο και τον Φλωρεντίνο δούκα των Αθηνών Nerio Acciaiuoli. Το 1394, το Άργος περνά στους Βενετούς, οι οποίοι πραγματοποιούν εργασίες στις οχυρώσεις. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1397, γνωρίζει μια πρόσκαιρη κατάληψη από τους Οθωμανούς, που αφήνει πίσω της καταστροφές και ερήμωση. Οι Βενετοί επιστρέφουν και πραγματοποιούν εργασίες ενίσχυσης του κάστρου. Ωστόσο, τώρα πια ο διοικητής της ευρύτερης περιοχής εδρεύει στο Ναύπλιο και μόνο αργότερα, λίγο πριν τα μέσα περίπου του 15ου αιώνα, διορίζονται και πάλι ξεχωριστοί διοικητές στο κάστρο του Άργους, μάλλον λόγω της αυξανόμενης τουρκικής απειλής.
Το 1463, το Άργος παραδίδεται στους Οθωμανούς, οι οποίοι σύντομα προχωρούν σε εργασίες στο κάστρο. Για την Α΄ οθωμανική περίοδο (1463-1685), σημαντική είναι η μαρτυρία του Οθωμανού περιηγητή Evliya Çelebi, που επισκέφτηκε το Άργος στα τέλη του 17ου αιώνα. Περιγράφει έναν εντυπωσιακό ψηλό πύργο, ένα τζαμί και 150 σπίτια στην ακρόπολη, καθώς και 80 σπίτια Οθωμανών και Ελλήνων στην περίμετρο του κάστρου.
Το 1686, το Άργος καταλαμβάνεται από τους Βενετούς του Αρχιστράτηγου Francesco Morosini (Β΄ βενετική περίοδος). Το 1715 ανακαταλαμβάνεται, όπως και η υπόλοιπη Πελοπόννησος, από τους Οθωμανούς για να παραμείνει στην κυριαρχία τους μέχρι τα χρόνια της Επανάστασης του 1821.
Στο κάστρο έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες στερέωσης και ανάδειξης από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων και είναι σήμερα προσβάσιμο και επισκέψιμο.

Στο κάστρο διακρίνονται οικοδομικές φάσεις που ξεκινούν από τα μυκηναϊκά χρόνια (13ο αι. π.Χ.) και φτάνουν μέχρι και τη Β΄ οθωμανική περίοδο (1715-1821). Η σημερινή του μορφή και τα ερείπια στο εσωτερικό του οφείλονται σε εργασίες που χρονολογούνται από τους βυζαντινούς χρόνους (12ο αι.) και εξής, ενώ τμήματα της αρχαίας οχύρωσης σώζονται σε μερικά μόνο σημεία, συχνά ενσωματωμένα στις μεταγενέστερες οχυρώσεις. Σημαντικές επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν μετά από μια μεγάλη έκρηξη που έγινε το 1700 και προκάλεσε εκτεταμένες φθορές, κυρίως στη νότια πλευρά της οχύρωσης.

Το κάστρο αποτελείται από δύο περιβόλους, έναν ευρύ εξωτερικό και έναν εσωτερικό στην κορυφή του λόφου. Οι πύργοι του, που ήταν τετράγωνοι στα βυζαντινά χρόνια, έχουν συχνά υποστεί μεταγενέστερες μετατροπές.

Ο εσωτερικός περίβολος, η ακρόπολη του κάστρου, είναι περίπου εξάγωνη σε κάτοψη και υψώνεται στην κορυφή του λόφου. Σώζει στοιχεία διαφόρων οικοδομικών φάσεων που φανερώνουν τη συνεχή χρήση του, όπως τμήματα αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών και γλυπτών που έχουν επαναχρησιμοποιηθεί στα τείχη του, κατάλοιπα ελληνιστικής τοιχοποιίας και κτισμάτων της βυζαντινής, φραγκικής και οθωμανικής περιόδου.

Ο ευρύς εξωτερικός περίβολος των βυζαντινών χρόνων ακολούθησε την αρχαία χάραξη. Κατά την Α΄ βενετική περίοδο (1394-1463) περιορίστηκε περίπου στο μισό με την κατασκευή δύο διατειχισμάτων, που συνέδεσαν την ακρόπολη με το ανατολικό και δυτικό εξωτερικό τείχος αντίστοιχα, ενώ το υπόλοιπο, πιο ευάλωτο (νότιο) τμήμα του εξωτερικού περιβόλου σταδιακά εγκαταλείπεται και ερειπώνεται. Το δυτικό διατείχισμα ενισχύεται με δύο πύργους στα άκρα του, ενώ το ανατολικό αποκτά τρεις πύργους. Στα βόρεια του εξωτερικού βυζαντινού τείχους προστέθηκε το συγκρότημα των δίδυμων πύργων.

Κατά την Α΄ και Β΄ οθωμανική (1463-1685, 1715-1821), καθώς και τη Β΄ βενετική περίοδο (1686-1715), η άμυνα του κάστρου ενισχύεται. Το 1467 κατασκευάζεται από τους Οθωμανούς ο μεγάλος κυλινδρικός πύργος που δέσποζε στο κάστρο μέχρι τη μεγάλη έκρηξη του 1700. Επίσης, ενισχύεται η είσοδος στο κάστρο: κατασκευάζεται στα νότια ένα νέο τείχος μορφής προτειχίσματος με πύλη-διαβατικό στο ανατολικό άκρο του, που προστάτευε την είσοδο τόσο στον εσωτερικό, όσο και στον εξωτερικό περίβολο.

Η είσοδος στο κάστρο γίνεται μέσω της πύλης που ανοίγεται στο προτείχισμα της νότιας πλευράς των τειχών. Έχει τη μορφή θολωτού διαβατικού.
Η κεντρική πύλη της ακρόπολης ανοίγεται στο μέσο περίπου της νότιας πλευράς και βρίσκεται λίγο δυτικότερα από εκείνη των βυζαντινών χρόνων (φραγμένη σήμερα). Μία δεύτερη πυλίδα υπήρχε στα νότια του δυτικού τείχους.

Στο εσωτερικό της ακρόπολης, τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αποτελούν μαρτυρία της διαχρονικής κατοίκησης του κάστρου. Στα νότια, ένα μεγάλο μονολιθικό κατώφλι και τμήματα παραστάδων φαίνεται πως ανήκαν στην αρχική μυκηναϊκή πύλη. Στο βόρειο τμήμα της ακρόπολης διασώζονται κατάλοιπα του ναού της Αθηνάς Πολιάδος. Κοντά σε αυτόν, στα βορειοανατολικά του, διατηρούνται τα κατάλοιπα μεγάλου χριστιανικού ναού που χρονολογούνται μεταξύ του 6ου και 10ου αιώνα, επάνω στα οποία ανεγέρθηκε το 1174 (σύμφωνα με σωζόμενη κτητορική επιγραφή) μονόχωρος ναός μικρών διαστάσεων, αφιερωμένος στην Παναγία. Στην ανατολική πλευρά της ακρόπολης, το μεγάλο επίμηκες διώροφο κτήριο, που χρονολογείται στην περίοδο της φραγκοκρατίας (1209-1389), αποτελούσε πιθανόν την κατοικία του φράγκου καστελάνου.
Στη νοτιοδυτική γωνία των τειχών διατηρούνται λείψανα του μεγάλου κυλινδρικού πύργου που κτίστηκε από τους Οθωμανούς το 1467 για ενίσχυση της άμυνας και ως επίδειξη ισχύος απέναντι στις γειτονικές βενετικές κτήσεις. Σύμφωνα με τις περιγραφές του Οθωμανού περιηγητή Evliya Çelebi (1668), ο πύργος αυτός είχε οκτώ πατώματα και λίθινο τρούλο με μολύβδινη επικάλυψη, ενώ το ύψος του μπορούσε να συγκριθεί μόνο με εκείνο του πύργου του Γαλατά στην Κωνσταντινούπολη. Η μεγάλη έκρηξη του 1700 κατέστρεψε τον πύργο -που χρησιμοποιείτο τότε ως πυριτιδαποθήκη- και στη θέση του οικοδομήθηκε λίγο αργότερα ο σωζόμενος έως σήμερα προμαχώνας.
Μία μεγάλη κινστέρνα στο κέντρο της ακρόπολης και εκείνες που διατηρούνται στον εξωτερικό περίβολο εξασφάλιζαν την ύδρευση του κάστρου. Στον εξωτερικό περίβολο αναπτυσσόταν οικιστικός ιστός, όπως πληροφορούμαστε από τις μαρτυρίες των περιηγητών, ο οποίος όμως δεν έχει ερευνηθεί ανασκαφικά μέχρι σήμερα.

error: Content is protected !!