Ιωάννινα
Το κάστρο των Ιωαννίνων είναι κτισμένο στο νοτιοανατολικό τμήμα της σύγχρονης πόλης, σε βραχώδη χερσόνησο που εισχωρεί στη λίμνη Παμβώτιδα. Στη θέση αυτή, που ήταν οχυρωμένη ήδη κατά την αρχαιότητα, ιδρύθηκε το κάστρο κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η σημερινή του όμως μορφή οφείλεται στον Αλή Πασά (αρχές 19ου αι.), που πραγματοποίησε εκτεταμένες εργασίες ενσωματώνοντας τις προγενέστερες οχυρώσεις.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η ονομασία Ιωάννινα εμφανίζεται για πρώτη φορά σε πηγές στα τέλη του 9ου αιώνα, ωστόσο οι αρχαιολογικές έρευνες πιστοποιούν την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή πολύ πριν τα μεσοβυζαντινά χρόνια. Στη φυσικά οχυρή βραχώδη χερσόνησο του κάστρου εντοπίστηκαν από την αρχαιολογική έρευνα τα πρώτα ίχνη κατοίκησης, που χρονολογούνται στους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους. Πρόκειται για τμήματα ισχυρών τειχών, θεμέλια οικιών και άλλα ευρήματα που τεκμηριώνουν την ύπαρξη μιας σημαντικής αρχαίας πόλης.
Κατά τη μετέπειτα ρωμαϊκή και την πρωτοβυζαντινή περίοδο δεν τεκμηριώνεται αρχαιολογικά συνέχεια της κατοίκησης, έτσι πιθανολογείται πως είτε ο ελληνιστικός οικισμός καταστράφηκε κατά τη ρωμαϊκή κατάκτηση (167 π.Χ.) και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε, είτε ότι συρρικνώθηκε.
Τον 6ο αιώνα, ο ιστορικός Προκόπιος στο έργο του Περί Κτισμάτων αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ίδρυσε μια τειχισμένη πόλη με την ονομασία Νέα Εύροια σε μια τοποθεσία που μοιάζει αρκετά με αυτήν του κάστρου των Ιωαννίνων, στην οποία μετέφερε τους κατοίκους της παλαιάς πόλης Εύροιας επειδή κινδύνευαν από βαρβαρικές επιδρομές. Έτσι, παλαιότερα είχε προταθεί η ταύτιση της πόλης αυτής με τα Ιωάννινα, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να έχει τεκμηριωθεί ιστορικά ή αρχαιολογικά.
Η αναφορά της πόλης ως επισκοπικής έδρας στις τελευταίες δεκαετίες του 9ου αιώνα υποδεικνύει ότι τα Ιωάννινα είχαν τότε σημαντικό αριθμό κατοίκων. Στα τέλη του 11ου αιώνα (1082), σύμφωνα με αναφορά της Άννας Κομνηνής στο έργο της Αλεξιάδα, η πόλη καταλαμβάνεται για λίγους μήνες από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου, οι οποίοι επισκευάζουν τα τείχη, περιζώνουν την πόλη με μεγάλη τάφρο και, θεωρώντας την υπάρχουσα ακρόπολη ανεπαρκή, κατασκευάζουν μία δεύτερη, κατάλοιπα της οποίας εντοπίζονται σήμερα στη νοτιοανατολική ακρόπολη του κάστρου (Ιτς Καλέ). Κατά τον 12ο αιώνα, τα Ιωάννινα αναφέρονται πλέον ως Θέμα. Η πόλη αυξάνεται τόσο σε μέγεθος, όσο και σε σημασία, αποτελώντας το κέντρο της γύρω περιοχής.
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204) και τον διαμελισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας, τα Ιωάννινα εντάσσονται στο ανεξάρτητο κράτος της Ηπείρου, ευρύτερα γνωστό σήμερα ως Δεσποτάτο. Ο πρώτος ηγεμόνας του Δεσποτάτου Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας επισκευάζει ριζικά το κάστρο. Στην πόλη εγκαθίστανται πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, συμπεριλαμβανομένων κάποιων μεγάλων οικογενειών, όπως αυτών των Φιλανθρωπηνών και των Στρατηγόπουλων, που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή της. Την περίοδο αυτή, η πόλη επεκτείνεται, γνωρίζει μεγάλη ακμή και αποκτά εμπορική δύναμη, διατηρώντας επαφές τόσο με τη Βενετία, όσο και με βυζαντινά κέντρα της εποχής, ενώ στο νησί της λίμνης Παμβώτιδας ιδρύονται σημαντικές μονές.
Στα μέσα του 14ου αιώνα (1348), όταν οι Σέρβοι καταλαμβάνουν την Ήπειρο, οι κάτοικοι τους παραδίδουν την πόλη, διατηρώντας όλα τα προνόμια που είχαν ήδη αποκτήσει με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα. Το 1411, η πόλη παραχωρείται στον Κάρολο Α΄ Τόκκο. Θα παραμείνει υπό την εξουσία της οικογένειας των Τόκκων μέχρι το 1430, όταν παραδίδεται στους Οθωμανούς, διατηρώντας, ωστόσο, τα προνόμιά της.
Στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, μέχρι και τις αρχές του 17ου αιώνα, η εικόνα του κάστρου και η σχέση του με την πόλη παραμένει αμετάβλητη. Οι χριστιανοί εξακολουθούν να διαμένουν εντός του κάστρου και να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους. Ωστόσο, με την εγκατάσταση των Οθωμανών γύρω από το κάστρο, σταδιακά αυτό αποκτά κυρίως διακοσμητικό ρόλο, μετατρεπόμενο σε μια απλή συνοικία του διευρυμένου αστικού ιστού.
Το 1611, το αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα του επισκόπου Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου του Φιλοσόφου, θα αποτελέσει τομή για την ιστορία της πόλης. Τα αντίποινα των Οθωμανών είναι ιδιαίτερα σκληρά, ενώ οι ίδιοι εγκαθίστανται στο κάστρο, εκδιώκοντας τους χριστιανούς και ανεγείροντας τζαμιά και χαμάμ στη θέση των χριστιανικών ναών.
Από το 1788 μέχρι το 1822, τα Ιωάννινα διοικεί ο περίφημος Αλή Πασάς, το όνομα του οποίου συνδέθηκε με την πόλη. Εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες πραγματοποιούνται στο κάστρο, σημειώνεται δημογραφική αύξηση, ιδρύονται προξενεία και σπουδαία πνευματικά κέντρα και η πόλη αποκτά ευρωπαϊκό ενδιαφέρον, ενώ γίνεται το οικονομικό και εμπορικό κέντρο της Ηπείρου.
Ωστόσο, οι πολιτικές φιλοδοξίες του Αλή Πασά οδηγούν στην κήρυξή του ως αποστάτη από τον σουλτάνο. Στα 1820-1822, η πολιορκία της πόλης από τα σουλτανικά στρατεύματα με σκοπό την εκδίωξη του Αλή Πασά έχει καταστροφικές συνέπειες για την πόλη. Πολλοί κάτοικοι την εγκαταλείπουν, η οικονομική και εμπορική δραστηριότητα υφίσταται σοβαρό πλήγμα, ενώ ο Αλή, διαβλέποντας την ήττα, πυρπολεί μεγάλο μέρος της πόλης και της αγοράς. Το 1822, έχοντας καταφύγει στο νησί των Ιωαννίνων, αποκεφαλίζεται και το κεφάλι του μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη.
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το κάστρο εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα της πόλης των Ιωαννίνων, παρόλο που αυτή είχε αρχίσει να επεκτείνεται εκτός των τειχών αρκετούς αιώνες πριν. Παρά τις επεμβάσεις και τις επισκευές, το κάστρο χάνει σταδιακά τη σημασία του. Το 1913, με την απελευθέρωση της πόλης από τους Οθωμανούς, το κάστρο παραδίδεται στον ελληνικό στρατό. Την εποχή αυτή, οι τάφροι του επιχωματώνονται και μετατρέπονται σε δρόμους, ενώ το κάστρο υφίσταται φθορές κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το 1978 το Ιτς Καλέ και διάφοροι χώροι του κάστρου παραχωρούνται στο Υπουργείο Πολιτισμού το οποίο πραγματοποιεί μέχρι σήμερα εργασίες ανάδειξης και αποκατάστασης.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Το κάστρο των Ιωαννίνων έχει κάτοψη ακανόνιστου τραπεζίου, καθώς τα τείχη του ακολουθούν το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους. Αποκτά τη σημερινή του μορφή στις αρχές του 19ου αιώνα (1815) από τον Αλή Πασά και περιβάλλει τον αρχικό οικιστικό πυρήνα της πόλης που κατοικείται ακόμη σήμερα. Σε γενικές γραμμές, τα τείχη του ακολουθούν τη χάραξη των βυζαντινών οχυρώσεων, με τη μορφή που ενδεχομένως έλαβαν κατά τις ριζικές εργασίες του 13ου, αλλά και τις προσθήκες ή βελτιώσεις του 14ου αιώνα.
Στο εσωτερικό του κάστρου υπάρχουν δύο ακροπόλεις, μία στα βορειοανατολικά και μία στα νοτιοανατολικά (Ιτς Καλέ), οι οποίες επίσης είχαν ήδη διαμορφωθεί κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους.
Οι Οθωμανοί ενισχύουν τη δυτική και πιο ευάλωτη πλευρά του κάστρου με δεύτερο εξωτερικό τείχος, παράλληλο με το προϋπάρχον βυζαντινό. Μεταξύ των δύο τειχών δημιουργείται σειρά καμαροσκέπαστων χώρων. Εκείνοι που βρίσκονται στα βόρεια της κεντρικής πύλης έχουν αποκατασταθεί και στεγάζουν σήμερα φωτογραφική έκθεση με τίτλο «Από τη βυζαντινή καστροπολιτεία στην οθωμανική μεγαλούπολη». Μέσα από τα εκθέματα, ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει την ιστορική εξέλιξη της πόλης και του κάστρου της, από την ίδρυση έως και την απελευθέρωσή της το 1913. Η δυτική πλευρά, αυτή της ξηράς, προστατευόταν επίσης από ένυδρη τάφρο (κάτω από τις σημερινές οδούς Καραμανλή και Εθνικής Αντιστάσεως) και τρεις μεγάλους προμαχώνες.
Δεύτερο τείχος κατασκευάζεται επίσης και στη νότια πλευρά της οχύρωσης, ενώ εσωτερικά και κατά μήκος της διαμορφώνονται 40 μονόχωρα δωμάτια. Επιπλέον, οι Οθωμανοί διαμορφώνουν στο ανώτερο μέρος των τειχών πλατύ περίδρομο για την κίνηση των στρατιωτών.
ΟΙ ΠΥΛΕΣ
H κεντρική πύλη του κάστρου ανοίγεται στο μέσο της δυτικής πλευράς του, κοντά στη θέση της προγενέστερης βυζαντινής. Είναι γνωστή ως πύλη του Αγίου Γεωργίου, καθώς εκεί εκτελέστηκε στις 17/1/1838 ο πολιούχος της πόλης, νεομάρτυρας άγιος Γεώργιος των Ιωαννίνων. Προστατευόταν από προμαχώνα, πάνω στο βόρειο άκρο του οποίου, μεταγενέστερα (πιθανότατα το 1896) υψώθηκε πύργος για την τοποθέτηση ρολογιού. H πρόσβαση στην πύλη επιτυγχανόταν μέσω κινητής γέφυρας πάνω από την ένυδρη τάφρο. Η πύλη σχηματίζει εξωτερικά μεγάλο διπλό τόξο, εκατέρωθεν του οποίου έχουν εντοιχιστεί δύο λιθανάγλυφα με μορφές ζώων, ενώ στο κέντρο του αψιδώματος, επιγραφή αναφέρει τη χρονολογία 1843 και το όνομα του επισκευαστή της, Οσμάν Νουράν Πασά.
Καθώς οι οχυρώσεις του κάστρου περικλείουν ολόκληρη την πόλη, μεγάλος αριθμός από μικρές και μεγάλες πύλες ανοίγονται περιμετρικά σε όλες τις πλευρές των τειχών του για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας με τις γύρω περιοχές. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι η βορειοδυτική πύλη της οδού Φιλανθρωπηνών, η νοτιοδυτική της οδού Εθνικής Αντιστάσεως (σήμερα κλειστή), η νότια που οδηγεί στην ακρόπολη του Ιτς Καλέ και η βόρεια παραλίμνια πύλη δίπλα στο Σουφαρί Σεράι.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Στον ευρύτερο χώρο του περιβόλου του κάστρου διατηρείται σχεδόν ακέραιος ο οικισμός με παραδοσιακές κατοικίες κυρίως του 19ου και 20ού αιώνα. Κοντά στην κεντρική πύλη βρίσκεται το κτήριο της Παλιάς Συναγωγής (Καχάλ Καντόσς Γιασσάν). Γνώρισε πολλές οικοδομικές φάσεις με κυριότερη αυτή του 1829. Σε μικρή απόσταση δεξιά της πύλης του Αγίου Γεωργίου σώζεται ο καλύτερα διατηρημένος πύργος της υστεροβυζαντινής οχύρωσης, που ονομάζεται συμβατικά «πύργος του Θωμά» από την ομώνυμη κτητορική επιγραφή. Η επιγραφή πιθανώς αναφέρεται στον Σέρβο ηγεμόνα των Ιωαννίνων (1367-1384) Θωμά Πρελιούμποβιτς, ο οποίος και πραγματοποίησε εκτεταμένες επισκευές στα τείχη. Σύμφωνα με άλλη άποψη, αναφέρεται στον ηγεμόνα Θωμά Κομνηνό Δούκα, που είχε καταφύγει στα Ιωάννινα την περίοδο 1303-1305.
Κοντά στην είσοδο της βορειοανατολικής ακρόπολης βρίσκεται το Σουφαρί Σεράι, η σχολή ιππικού που κτίστηκε από τον Αλή Πασά και σήμερα στεγάζει τα ιστορικά αρχεία των Ιωαννίνων και η οικία του Πασά Καλού, ένα από τα λίγα σωζόμενα καστρόσπιτα του 18ου αιώνα. Στην ίδια περιοχή διατηρούνται ερείπια του υπόκαυστου ενός βυζαντινού λουτρού που είναι κατασκευασμένο από οικοδομικά λείψανα αρχαίου κτηρίου. Σώζεται επίσης κτήριο οθωμανικών λουτρών (χαμάμ) του 17ου αιώνα, καθώς και το κτήριο της βιβλιοθήκης του μουσουλμανικού ιεροδιδασκαλείου (μεντρεσέ) της γειτονικής ακρόπολης.
ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
Η βορειοανατολική ακρόπολη διαμορφώνεται ήδη κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, ενώ ταυτίζεται με τον «Επάνω Γουλά» των γραπτών πηγών του 14ου αιώνα, ο οποίος περιελάμβανε τον τόπο κατοικίας του εκάστοτε τοπικού ηγεμόνα. Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1611 και την εκδίωξη των χριστιανών από το κάστρο, η ακρόπολη διαμορφώνεται εκ νέου από τους Οθωμανούς. Ο σημερινός περίβολος της ακρόπολης κατασκευάζεται την εποχή αυτή, αλλά διατηρεί σε τμήματά του τη βυζαντινή οχύρωση. Η προστασία της ενισχυόταν από έναν πύργο στη νοτιοδυτική της γωνία, που η αρχική του φάση ανήκει στα οικοδομικά έργα του Μιχαήλ Α΄ Κομνηνού Δούκα και αποτελεί το υψηλότερο παρατηρητήριο του κάστρου, και δύο ακόμα πύργους εκατέρωθεν της νότιας πύλης.
Μετά το 1611, η ακρόπολη γίνεται πλέον θρησκευτικό κέντρο, με την οικοδόμηση από τον Ασλάν Πασά Α΄, τον Οθωμανό διοικητή της πόλης, μεγάλου τζαμιού (1618), μεντρεσέ (μουσουλμανικού ιεροσπουδαστηρίου) και βοηθητικών κτηρίων για τη στέγαση και τη σίτιση των σπουδαστών και των πιστών. Σήμερα, τα κτήρια αυτά στεγάζουν το Δημοτικό Μουσείο των Ιωαννίνων και τις πλούσιες συλλογές του. Στο προαύλιο του τζαμιού σώζεται ο τάφος του Ασλάν Πασά (Τουρμπές). Από το εσωτερικό της ακρόπολης είναι προσβάσιμα υπόγεια σπήλαια που είχαν μετατραπεί σε αποθήκες και φυλακές.
Τον 18ο αιώνα ανοίγεται στη δυτική πλευρά νέα κεντρική πύλη, που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΚΡΟΠΟΛΗ (ΙΤΣ ΚΑΛΕ)
Η νοτιοανατολική ακρόπολη διαμορφώνεται και αυτή πρώτη φορά στους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Εδώ υπήρχαν οι ναοί των Ταξιαρχών και του Παντοκράτορα που αναφέρονται σε πηγές του 14ου αιώνα, ενώ μέρος της οχύρωσης της περιόδου αυτής αποτελεί ο λεγόμενος «Πύργος του Βοημούνδου». Ο πύργος αυτός, που αργότερα ενσωματώθηκε στο Σεράι του Αλή Πασά, υψώνεται στο κέντρο περίπου του χώρου και αποτελεί τμήμα της ακρόπολης που διαμόρφωσε στο κάστρο ο Νορμανδός Βοημούνδος, όταν κατέλαβε την πόλη το 1082. Πιθανώς στην κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε αρχαίο οικοδομικό υλικό από τις ελληνιστικές οχυρώσεις. Είναι κυκλικής κάτοψης, διώροφος και σώζεται σε ύψος 13 μ.
Η ακρόπολη οχυρώνεται εκ νέου στις αρχές του 19ου αιώνα και επεκτείνεται για να γίνει ένα απόρθητο φρούριο, όπου ο Αλή Πασάς εγκαθιστά το παλάτι του (Σεράι), που αποτελεί την έδρα της διοίκησης του Πασαλικιού των Ιωαννίνων. Έχει κάτοψη ακανόνιστου τραπεζίου που ενισχύεται από τέσσερις διαφορετικών κατόψεων προμαχώνες. Η κύρια πύλη της ανοίγεται στη βόρεια πλευρά της. Κοντά της υπάρχουν δύο μικρότερες πυλίδες, καθώς και μία ακόμα στη νότια πλευρά των τειχών της.
Το εσωτερικό της ακρόπολης κατά τον 19ο αιώνα καταλάμβαναν πλήθος κτισμάτων στρατιωτικής και διοικητικής χρήσης, καθώς και οι χώροι του παλατιού του Αλή Πασά, που καταστρέφεται από πυρκαγιά το 1870. Αργότερα, στη θέση του κατασκευάζεται νοσοκομείο και το 1958, Βασιλικό Περίπτερο όπου σήμερα στεγάζεται το Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων με σημαντικά εκθέματα από ολόκληρη την Ήπειρο. Σήμερα ορατά στον χώρο είναι τα ερείπια του Σεραγιού ενώ, ένα διατηρημένο τμήμα του, το «Θησαυροφυλάκιο», αποτελεί τμήμα του βυζαντινού μουσείου.
Διατηρούνται επίσης το Φετιχιέ Τζαμί, στο οποίο φιλοξενείται έκθεση με εποπτικό υλικό αφιερωμένη στον Αλή Πασά και την ύστερη οθωμανική περίοδο των Ιωαννίνων, ο τάφος του Αλή Πασά και ο χώρος των οθωμανικών μαγειρείων, που εφάπτεται στον δυτικό προμαχώνα της ακρόπολης και έχει διαμορφωθεί σε σύγχρονο αναψυκτήριο. Τέλος, ο δυτικός προμαχώνας της ακρόπολης έχει διαμορφωθεί σε Μουσείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς, που πραγματεύεται την τέχνη της αργυροχοΐας, η οποία γνώρισε μεγάλη άνθηση στα Ιωάννινα και την Ήπειρο ήδη από τον 16ο αιώνα.








