Δραγαµέστο

Δραγαµέστο

Κοντά στη σημερινή κωμόπολη του Αστακού, σε πλάτωμα στην κορυφή λόφου που ξεπροβάλει από τον ορεινό όγκο της Βελούτσας, σώζεται η οχύρωση της ομώνυμης αρχαίας πόλης και, στο βόρειο τμήμα της, το βυζαντινό κάστρο του Δραγαμέστου. Η φυσικά οχυρή θέση παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου του αγκυροβολίου στον γειτονικό κόλπο, του περάσματος από αυτόν προς την ενδοχώρα, ενώ το λιμάνι του Αστακού αποτελούσε εμπορικό σταθμό για τα προϊόντα της. Η αρχαία πόλη αναφέρεται στον Θουκυδίδη με αφορμή γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.). Στα ελληνιστικά χρόνια, ο Αστακός είναι μέλος του Κοινού των Ακαρνάνων και εκδίδει δικό του νόμισμα.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Μεταξύ του 6ου και του 8ου αιώνα, σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, τμήμα της οχύρωσης της αρχαίας πόλης συμπληρώνεται και επισκευάζεται, διαμορφώνοντας το μεσαιωνικό κάστρο του Δραγαμέστου. Τους αιώνες αυτούς χαρακτηρίζει η συρρίκνωση και ο μετασχηματισμός των αρχαίων αστικών κέντρων σε όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία, αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, εχθρικών επιδρομών, φυσικών καταστροφών και επιδημιών.
Στον Βίο του αγίου Βαρβάρου, κείμενο του 1225 που αντλεί στοιχεία από προγενέστερες πηγές, απαντά η παλαιότερη μνεία της ονομασίας Δραγαμεστός, και αφορά ανεπιτυχή πολιορκία της από τους Άραβες μεταξύ των ετών 824-829. Μετά τη διάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους, η Δραγαμεστός εντάσσεται στο νεοσύστατο κράτος της Ηπείρου, του οποίου την ιστορική πορεία ακολουθεί. Στις αρχές του 13ου αιώνα απαντά στις πηγές και ομώνυμη επισκοπή.
Από τα τέλη του 13ου αιώνα, η ευρύτερη περιοχή αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού και συγκρούσεων μεταξύ των ηγεμόνων του κράτους της Ηπείρου, των Ανδεγαυών βασιλέων της Νεάπολης, του βυζαντινού αυτοκράτορα, των Σέρβων ηγεμόνων και Αλβανών τοπαρχών. Πιθανώς μετά το 1359, το Δραγαμέστο βρίσκεται υπό την κυριαρχία του Λεονάρδου Α΄ Τόκκου, Παλατινού Κόμη Κεφαλλονιάς, Ζακύνθου και Ιθάκης. Το 1371, το κάστρο αποκτά ο Αλβανός ηγεμόνας του Αγγελόκαστρου, Γκίνο Μπούα Σπάτα και διοικείται από τον γαμπρό του, Λάλθη. Το 1404 ή το 1405, ο Κάρολος Α΄ Τόκκος καταλαμβάνει με αιφνιδιασμό το οχυρό, το οποίο στη συνέχεια παραμένει στην οικογένεια των Τόκκων μέχρι την οθωμανική κατάκτηση της περιοχής, γύρω στα 1460.
Το 1684, βενετική αρμάδα (στόλος) με επικεφαλής τον ναύαρχο Francesco Morosini καταλύει την τουρκική κυριαρχία στο μεγαλύτερο τμήμα των ακτών της Ακαρνανίας. Το 1685, η αρμάδα ανασυντάσσεται και αποπλέει από τον κόλπο του Δραγαμέστου (Αστακού) για την κατάκτηση της Πελοποννήσου. Η περιοχή επανέρχεται στους Οθωμανούς το 1699. Μετά τα τέλη του 17ου αιώνα, το Δραγαμέστο, φτωχό και μικρό χωριό, σταδιακά ερημώνει και οι κάτοικοί του μετεγκαθίστανται στις απότομες πλαγιές του όρους Βελούτσα. Το 1827, ο Σερ Ρίτσαρντ Τσερτς, φιλέλληνας αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων, μετατρέπει το ερειπωμένο κάστρο σε στρατόπεδο και βάση για τις επακόλουθες επιχειρήσεις του στην Αιτωλοακαρνανία.

Η αρχαία οχύρωση εκτείνεται σε όλη την επίπεδη κορυφή του λόφου και χωρίζεται σε δύο τμήματα με διατείχισμα (εγκάρσιο τείχος). Οι βυζαντινές οχυρώσεις περιορίζονται στο μικρότερο σε έκταση βόρειο τμήμα. Ακολουθούν την παλαιότερη χάραξη και μεγάλα τμήματά τους είναι θεμελιωμένα επάνω στο αρχαίο τείχος. Η ιδιαίτερα απόκρημνη πλαγιά του λόφου στα ανατολικά παραμένει ατείχιστη. Βόρεια του αρχαίου διατειχίσματος κατασκευάζεται νέο τείχος, που αποτελεί το εξωτερικό νότιο τείχος της βυζαντινής πόλης. Πέντε τουλάχιστον ορθογώνιοι πύργοι ενίσχυαν την άμυνά του, καθώς η πλευρά αυτή ήταν και η πιο ευάλωτη σε εχθρικές επιθέσεις.
Η κύρια πύλη του κάστρου βρισκόταν στο δυτικό τμήμα του νότιου τείχους και προστατευόταν από δύο ορθογωνικούς πύργους. Σύμφωνα με το Χρονικό των Τόκκων, στο κάστρο υπήρχε επίσης οχυρωμένος πύργος-κατοικία του εκάστοτε διοικητή, πιθανώς κοντά στην απόκρημνη πλευρά του.
Στο εσωτερικό του κάστρου διατηρούνται ερειπωμένα τα κτίσματα του οικισμού, κάποια από αυτά νεότερων χρόνων, όπως επίσης φρεάτια-δεξαμενές, που εξασφάλιζαν πόσιμο νερό για τις ανάγκες των κατοίκων. Ξεχωρίζει τρίκλιτη βασιλική του 10ου/11ου αιώνα, κτισμένη στο κέντρο περίπου του βυζαντινού οικισμού. Στο κεντρικό της κλίτος κτίσθηκε μικρός μονόχωρος ναός, πιθανώς στην τελευταία φάση της οθωμανοκρατίας. Σε απόσταση 40 μ. ανατολικά της βασιλικής διατηρούνται τα θεμέλια ναού με κάτοψη σε σχήμα σταυρού και στα βόρεια τα κατάλοιπα ενός ακόμη μικρού μονόχωρου ναού.

error: Content is protected !!