Χλεµούτσι

Χλεµούτσι

Κτισμένο σε στρατηγική και περίοπτη θέση στο δυτικότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου, στην κορυφή του λόφου Χελωνάτα, το κάστρο Χλεμούτσι δεσπόζει στον κάμπο της Ηλείας εποπτεύοντας παράλληλα το Ιόνιο πέλαγος μέχρι τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας. Η θέση αυτή εξασφάλιζε την προστασία της περιοχής, που αποτέλεσε το κέντρο του φραγκικού Πριγκιπάτου της Αχαΐας, και κυρίως της πρωτεύουσάς του Ανδραβίδας και του κοντινού λιμανιού της Γλαρέντζας. Οι Φράγκοι ιδρυτές του το ονόμασαν Clermont ή Clairmont, οι Έλληνες Χλουμούτζι και αργότερα Χλεμούτσι, πιθανόν κατά παραφθορά του γαλλικού ονόματος, ενώ οι Βενετοί Castel Tornese, επειδή θεώρησαν λανθασμένα ότι εδώ βρισκόταν το φράγκικο νομισματοκοπείο των τορνεσίων (deniers tournois) της Γλαρέντζας.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως (στ. 2650-2654), το κάστρο κατασκευάζεται μεταξύ των ετών 1220-1223 από τον πρώτο ηγεμόνα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουίνο. Προκειμένου να ολοκληρώσει την κατασκευή του, ο ηγεμόνας παρακράτησε τις εκκλησιαστικές προσόδους, συγκρούστηκε με τον Καθολικό κλήρο της Αχαΐας και αφορίστηκε από τον πάπα. Ο αφορισμός του τελικά ανακλήθηκε όταν, μετά την ολοκλήρωση του κάστρου, διεμήνυσε στον πάπα ότι σκοπός του ήταν να προστατεύσει το λιμάνι και τις ακτές από τους σχισματικούς Έλληνες, υπηρετώντας τα συμφέροντα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας.
Το κάστρο αποτελεί το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του πριγκιπάτου. Γνωρίζει μεγάλη ακμή, ιδιαίτερα επί Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου (1246-1278). Ωστόσο, μετά τον θάνατό του, οι διαμάχες για τη διαδοχή στην ηγεμονία οδηγούν σε μια περίοδο αβεβαιότητας, με το κάστρο να γίνεται αντικείμενο διεκδικήσεων μεταξύ διαφόρων ευγενών. Το Χλεμούτσι κληρονομεί αρχικά η γυναίκα του Άννα-Αγνή, κόρη του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα. Το 1313 ξεσπά μεγάλη διαμάχη μεταξύ των συζύγων των δύο εγγονών του Βιλλεαρδουίνου που διεκδικούν τον έλεγχο του πριγκιπάτου. Το 1315, το κάστρο καταλαμβάνεται από τον Καταλανό Φερδινάνδο της Μαγιόρκας, σύζυγο της μίας εγγονής του Γουλιέλμου Β΄. Το 1316, ο σύζυγος της άλλης εγγονής του, Λουδοβίκος της Βουργουνδίας, νικά τους Καταλανούς και έτσι το κάστρο επιστρέφει στα χέρια των Φράγκων.
Στις αρχές του 15ου αιώνα περιέρχεται στην κατοχή του κόμη της Κεφαλονιάς και Δεσπότη της Ηπείρου Κάρολου Τόκκου, ενώ το 1427 περνά μαζί με τη Γλαρέντζα στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μετά τον γάμο του με την κόρη του Τόκκου, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα το παραδίδει στον αδερφό του Θωμά. Το 1460 καταλαμβάνεται από το Αλβανό Zagar Πασά για λογαριασμό των Οθωμανών. Το 1687 περνά στην κατοχή των Βενετών για μια μικρή περίοδο μέχρι το 1715, οπότε και ανακαταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς, στα χέρια των οποίων θα παραμείνει μέχρι το 1821. Ωστόσο, ήδη από την περίοδο της βενετοκρατίας, το Χλεμούτσι έχει χάσει τον κυρίαρχο ρόλο του στην άμυνα της περιοχής, όπως επιβεβαιώνεται από την πρόταση του Βενετού Γενικού Προβλεπτή του Μορέως Francesco Grimani να κατεδαφιστεί και να αντικατασταθεί από ένα νέο φρούριο στην ερημωμένη τότε Γλαρέντζα. Το 1825, ενώ ο Ιμπραήμ λεηλατεί την Ηλεία, οι κάτοικοι της γύρω περιοχής καταφεύγουν στο Χλεμούτσι, το οποίο υφίσταται μεγάλες καταστροφές. Μετά την Επανάσταση φαίνεται να εγκαταλείπεται.

Το Χλεμούτσι, εξαιρετικό δείγμα σταυροφορικής φρουριακής αρχιτεκτονικής, αποτελεί το πιο φιλόδοξο οικοδομικό έργο των Φράγκων στην Πελοπόννησο. Εδώ, οι κατακτητές επιλέγουν να ιδρύσουν εξαρχής ένα νέο κάστρο αντί να επισκευάσουν ή να επεκτείνουν ένα παλαιότερο. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μεσαιωνικό παλάτι με φρουριακό χαρακτήρα, βασισμένο σε γαλλικά πρότυπα του 12ου-13ου αιώνα, που η μορφή του δεν καθορίστηκε τόσο από τον αμυντικό του ρόλο, όσο από την πρόθεση των Φράγκων ηγεμόνων να λειτουργήσει ως σύμβολο της κυριαρχίας τους.
Η κατασκευή του κάστρου ολοκληρώθηκε σε τρεις διαδοχικές φάσεις μέσα στον 13ο αιώνα, όπως υποδεικνύουν τα αρχαιολογικά δεδομένα. Ο εξαγωνικός εσωτερικός περίβολος, που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου και ταυτίζεται με το παλάτι των Βιλλεαρδουίνων, διαμορφώθηκε σε δύο φάσεις. Ο πολυγωνικός εξωτερικός περίβολος, που εκτείνεται προς τα βόρεια και δυτικά του στις ομαλότερες πλευρές του λόφου, προστίθεται κατά την τελευταία φάση. Τα ψηλά του τείχη περικλείουν μια έκταση που καταλαμβάνεται από στρατώνες, στάβλους, αποθήκες και δεξαμενές νερού (κινστέρνες). Απολήγουν σε περίδρομο και επάλξεις και διαθέτουν παράθυρα με τοξοθυρίδες. Κατά την πρώτη περίοδο της οθωμανοκρατίας (1460-1687), τα τείχη του εξωτερικού περιβόλου υφίστανται ανακατασκευές και ενισχύσεις, προστίθενται τρεις προμαχώνες στις γωνίες του και ένας ημικυλινδρικός πύργος στη δυτική πλευρά.

Η κύρια είσοδος του κάστρου βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά. Αρχικά είχε τη μορφή απλού διαδρόμου που κατέληγε σε μία πύλη. Στη σημερινή της μορφή, που ανήκει στην οθωμανική περίοδο, ανοίγεται στο εσωτερικό τετράπλευρου πύργου, που περιλαμβάνει τρεις διαδοχικές πύλες, δώμα πάνω από θολοσκεπή χώρο και ζεματίστρα. Δύο δευτερεύουσες μικρές πύλες ανοίγονται στα σημεία όπου τα εξωτερικά τείχη εφάπτονται με τον εσωτερικό περίβολο.
Η είσοδος στον εσωτερικό περίβολο γίνεται μέσω ενός επιβλητικού θολωτού διαβατικού με τοξωτή πύλη. Η σημερινή αυτή μορφή ανάγεται στους οθωμανικούς χρόνους και αποτελεί ανακατασκευή της φράγκικης εισόδου που ανοιγόταν ανάμεσα σε δύο ορθογώνιους πύργους.

Στον εξωτερικό περίβολο σήμερα σώζονται ερείπια κτηρίων τόσο της φράγκικης όσο και της οθωμανικής περιόδου. Τρία μεγάλα, αρχικά διώροφα, επιμήκη κτήρια, που εφάπτονται στην εσωτερική πλευρά των τειχών και διατηρούν ίχνη τζακιών και στήριξης ξύλινων δαπέδων, προορίζονταν για το προσωπικό της αυλής του ηγεμόνα. Διάσπαρτα στην υπόλοιπη έκταση του εξωτερικού περιβόλου διατηρούνται κατάλοιπα, τα περισσότερα ευτελούς κατασκευής, που ανάγονται στην οθωμανική περίοδο. Ξεχωρίζουν τα ερείπια τζαμιού, πιθανόν του σουλτάνου Βαγιαζήτ Βελή (1481-1512), το οποίο αναφέρει ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα Evliya Çelebi. Τέλος, ελλείψει φυσικών πηγών, το κάστρο διαθέτει πολλές κινστέρνες για τη συγκέντρωση του νερού της βροχής από τις στέγες των κτηρίων. Οι περισσότερες είναι υπόγειες και βρίσκονται στον εξωτερικό περίβολο, ενώ μία μεγάλη θολωτή κινστέρνα υπάρχει και στο υπόγειο των πριγκιπικών διαμερισμάτων του εσωτερικού περιβόλου.
Ο εξαγωνικός εσωτερικός περίβολος, κατά την αρχική φάση κατασκευής του, συνιστούσε το σύνολο του κάστρου. Αργότερα, στον 13ο αιώνα, κατά την τελική του διαμόρφωση, που διατηρείται μέχρι σήμερα, μετατράπηκε σε μεγαλοπρεπές παλάτι με θολωτές αίθουσες, οι περισσότερες διώροφες, γύρω από την κεντρική αυλή. Απέναντι από την είσοδο, στην ανατολική και νότια πλευρά του εξαγώνου, διαμορφώνονται τρεις διώροφες πτέρυγες που φιλοξενούσαν τους χώρους διαμονής του ηγεμόνα και της οικογένειάς του. Οι ισόγειοι χώροι, χωρίς θέρμανση και με μικρά παράθυρα, χρησίμευαν ως βοηθητικοί χώροι. Οι αίθουσες διαμονής βρίσκονταν στον όροφο, που ήταν προσιτός με εξωτερικές κτιστές σκάλες, και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με διόδους. Φωτίζονταν από δίλοβα παράθυρα, διέθεταν τζάκια, ξύλινα πατώματα, εντοιχισμένα ερμάρια και αποχωρητήρια.
Πάνω από το διαβατικό της εισόδου, δίπλα στα πριγκιπικά διαμερίσματα, βρίσκεται το παρεκκλήσι του κάστρου, αφιερωμένο σύμφωνα με την παράδοση στην αγία Σοφία. Στο εσωτερικό του διατηρούνται σπαράγματα τοιχογραφικού διακόσμου. Δίπλα στο παρεκκλήσι, κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς του εξαγώνου, βρίσκεται η μεγάλη αίθουσα του κάστρου, που λειτουργούσε ως αίθουσα του θρόνου, χώρος διοίκησης και υποδοχής των επισήμων. Θερμαινόταν από ένα εντυπωσιακά μεγάλο τζάκι και φωτιζόταν από παράθυρα με πέτρινα καθιστικά. Η είσοδος στην αίθουσα αυτή, καθώς και στο παρεκκλήσι, γινόταν από την πλευρά της αυλής μέσω ενός μεγάλου εξώστη με μνημειακή κτιστή κλίμακα, ο οποίος στηρίζεται σε τρεις οξυκόρυφους θόλους. Η αίθουσα υποδοχής ήταν σε επαφή και με τα μαγειρεία του κάστρου, που ταυτίζονται με τον χώρο στα νοτιοανατολικά της, στο εσωτερικό του οποίου σώζονται κατάλοιπα φούρνου και καπνοδόχων.
Σήμερα, στον εσωτερικό περίβολο λειτουργεί το Μουσείο του κάστρου. Η μόνιμη έκθεση, με τίτλο «Η Εποχή των Ιπποτών-Οι Σταυροφόροι στο Μοριά», περιλαμβάνει περισσότερα από 500 αντικείμενα, που χρονολογούνται από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα. Τα τελευταία χρόνια έχουν εκτελεστεί στο φρούριο εργασίες στερέωσης, ανάδειξης, ανάπλασης και αποκατάστασης.

error: Content is protected !!