Ρίο
Το φρούριο, γνωστό από τις πηγές και ως Castello della Morea, βρίσκεται δίπλα στη σύγχρονη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, στο ομώνυμο ακρωτήριο της βόρειας Πελοποννήσου, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν «Ρίον Αχαϊκόν». Η ιστορία του φρουρίου ξεκινά το 1499, όταν ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β’, μετά την κατάκτηση της Ναυπάκτου από τους Οθωμανούς, αποφάσισε να οχυρώσει το στενό θαλάσσιο πέρασμα από το Ιόνιο στον Κορινθιακό κόλπο με την ανέγερση των φρουρίων του Ρίου και του Αντιρρίου, κατά το πρότυπο των δύο φρουρίων που κατασκεύασε ο Μωάμεθ ο Κατακτητής στον Βόσπορο πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και στα Δαρδανέλλια μετά την άλωση. Βασικός στόχος ήταν η προστασία της Ναυπάκτου και του στενού θαλάσσιου περάσματος με την παρεμπόδιση της διέλευσης εχθρικών πλοίων εν μέσω διασταυρούμενων πυρών. Γι’ αυτό, τα δύο φρούρια, γνωστά από τις πηγές και ως Μικρά Δαρδανέλλια ή Δαρδανέλλια της Ναυπάκτου, κατασκευάστηκαν μικρά σε έκταση και χωρίς πολλές εγκαταστάσεις στο εσωτερικό τους.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η κατασκευή του φρουρίου του Ρίου ολοκληρώνεται μέσα σε τρεις μήνες, υπό την επίβλεψη του Μπειλέρμπεη της Ανατολής Σινάν Πασά. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1532, καταλαμβάνεται από τα ισπανικά στρατεύματα του ναυάρχου Andrea Doria, ενώ την ίδια χρονιά ανακαταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς, οι οποίοι στη συνέχεια, το 1537/8, πραγματοποίησαν νέες εργασίες στο φρούριο (β΄ οθωμανική οικοδομική φάση). Το 1603, οι Ιππότες της Μάλτας το πολιορκούν και προκαλούν σημαντικές καταστροφές, χωρίς ωστόσο να το καταλάβουν.
Στις 25 Ιουλίου 1687, πέντε μέρες μετά την κατάληψη της γειτονικής πόλης της Πάτρας, το φρούριο καταλαμβάνεται από τον Morosini και περιέρχεται στους Βενετούς. Κατά τη διάρκεια της βενετοκρατίας (1687-1715), οι νέοι κύριοι του φρουρίου εκτελούν εκτεταμένες επεμβάσεις, επεκτείνοντας τις οχυρώσεις του προς τα βόρεια και προσδίδοντάς του τη μορφή που διατηρεί μέχρι σήμερα. Το 1715, οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν το φρούριο του Ρίου, το οποίο και κρατούν μέχρι το 1828, όταν, μετά από πολιορκία, το παραδίδουν στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Maison, που με τη σειρά του το παραδίδει στους Έλληνες. Έκτοτε, λειτούργησε για κάποια χρόνια ως φυλακή, ενώ κατά τον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε πάλι ως οχυρό. Πέρασε στη δικαιοδοσία του ελληνικού στρατού και χρησιμοποιήθηκε σαν στρατόπεδο μέχρι το 1975, οπότε και παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού.
ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ
Το φρούριο των οθωμανικών χρόνων ήταν μικρό σε έκταση. Είχε κάτοψη τραπεζίου, με τη μικρή πλευρά προς βορρά, η οποία αποτελείται από συγκρότημα τριών συνεχόμενων («τρίδυμων») κυκλικών πύργων. Αντίστοιχα, στην απέναντι πλευρά του τραπεζίου, στο μέσο περίπου του νότιου τείχους ορθώνονται δύο συνεχόμενοι («δίδυμοι») κυκλικοί πύργοι. Δύο ακόμη πύργοι σχηματίζονται στα άκρα του νότιου τείχους, ένας τριγωνικός στα ανατολικά και ένας κυκλικός στα δυτικά, ενώ στην πλευρά αυτή, όπου βρισκόταν και η είσοδος του φρουρίου, η οχύρωση ενισχυόταν και με πλατιά ένυδρη τάφρο. Από τις δύο άλλες, μακρές πλευρές της οθωμανικής οχύρωσης διατηρείται μόνο η ανατολική, ενώ η δυτική κατεδαφίστηκε στα χρόνια της βενετοκρατίας κατά τις εργασίες επέκτασης του φρουρίου.
Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες, οι εργασίες των Βενετών πραγματοποιούνται στις αρχές του 18ου αιώνα, μεταξύ του 1708 και του 1714. Το φρούριο επεκτείνεται και μετασκευάζεται σύμφωνα με το προμαχωνικό σύστημα, προκειμένου να προσαρμοστεί πλήρως στις εξελίξεις της αμυντικής αρχιτεκτονικής. Οι οχυρώσεις επεκτείνονται προς τα βόρεια και δυτικά, ενσωματώνοντας το παλιό οθωμανικό φρούριο. Στα άκρα του νότιου οθωμανικού τείχους προστίθενται δύο ρομβοειδείς προμαχώνες (rivellini). Η ένυδρη τάφρος διαμορφώνεται σε αστεροειδές σχήμα και σε δύο νησίδες, που αφήνονται στο εσωτερικό της, κατασκευάζονται δύο χαμηλά τριγωνικά προτειχίσματα (tenaglie). Στη βόρεια και δυτική επέκταση του φρουρίου κατασκευάζονται δύο ακόμα πολυγωνικοί προμαχώνες που συνδέονται μεταξύ τους με τείχος, στην εσωτερική πλευρά του οποίου διαμορφώνονται συνεχόμενοι θολοσκεπείς χώροι. Μεταξύ των προμαχώνων ανοίγονται τουλάχιστον τέσσερις σήραγγες που οδηγούν από το εσωτερικό του περιβόλου προς την τάφρο, ενώ κάτω από τον νοτιοδυτικό προμαχώνα κατασκευάστηκε μεγάλη δεξαμενή.
ΟΙ ΠΥΛΕΣ
Η είσοδος του φρουρίου βρισκόταν στο ανατολικό τμήμα της νότιας πλευράς των τειχών. Όπως έχει αποδείξει η αρχαιολογική έρευνα, στην αρχική της μορφή ήταν μια απλή καμαροσκέπαστη δίοδος που ανοιγόταν στο πάχος τους τείχους. Ενισχύθηκε και έλαβε τη μορφή που διατηρεί μέχρι σήμερα κατά τη β΄ οθωμανική οικοδομική φάση (1537/8). Τότε διαμορφώθηκε ως ένας σχεδόν πεταλόσχημος χώρος με δύο ανοίγματα (ένα στη βόρεια και ένα στη δυτική πλευρά) σε διάταξη ανεστραμμένου Γ, ο οποίος καλύπτεται από θόλο που προεξέχει σαν πύργος από το τείχος. Αργότερα, κατά τη βενετική περίοδο, η πύλη ενσωματώθηκε στον νοτιοανατολικό προμαχώνα που κατασκευάστηκε στην περιοχή αυτή.
Στην περίοδο αυτή, επί βενετοκρατίας, ανοίχτηκε στον βόρειο προμαχώνα μία δευτερεύουσα πύλη προς τη θάλασσα, στην οποία διασώθηκε εντοιχισμένη λατινική επιγραφή με τη χρονολογία 1713.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Ο Οθωμανός περιηγητής Evliya Çelebi, που επισκέφθηκε το φρούριο τον 17ο αιώνα, αναφέρει ότι στο εσωτερικό του υπήρχε ένα τζαμί, λουτρό, 50 σπίτια και μία βρύση με καθαρό πόσιμο νερό. Από αυτά, σήμερα σώζεται μόνο το οθωμανικό λουτρό. Υπάρχει, επίσης, ένα οκταγωνικό κτίσμα (πυριτιδαποθήκη) στα νότια ακριβώς του «τρίδυμου». Ο μεγαλύτερος από τους «δίδυμους» πύργους της νότιας πλευράς έχει μετατραπεί σε εκκλησία αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή.
Στο εσωτερικό του φρουρίου λειτουργεί σήμερα υπαίθριο θέατρο, που φιλοξενεί παραστάσεις και συναυλίες κατά τους θερινούς μήνες. Στον βόρειο ενετικό προμαχώνα έχουν διαμορφωθεί δύο χώροι πληροφόρησης με βιντεοπροβολή και δίγλωσσες ενημερωτικές πινακίδες.




