Πιάδα

Πιάδα

Το κάστρο, κτισμένο στην κορυφή βραχώδους εξάρματος, δεσπόζει επάνω από τον οικισμό της Πιάδας (σημερινή Νέα Επίδαυρος). Η θέση αυτή, που είναι αθέατη από τη θάλασσα, επελέγη κυρίως για την προστασία του οικισμού από τις πειρατικές επιδρομές.
Η ονομασία του κάστρου και του οικισμού εμφανίζεται στους δυτικούς πορτολάνους (ναυτικούς χάρτες) από τον 14ο αιώνα και εξής σε διάφορες παραλλαγές, όπως Preduia, Pedruia, Predena, Pednera, ενώ στους ελληνικούς απαντάται ως Πιάδα. Πρόκειται για τον τόπο στον οποίο έλαβε χώρα η Α΄Εθνοσυνέλευση (20 Δεκεμβρίου 1821), όπου ψηφίστηκε το πρώτο σύνταγμα της Ελλάδας. Έκτοτε μετονομάζεται σε Νέα Επίδαυρο.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Το κάστρο θεωρείται ότι ιδρύθηκε κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, αλλά αναδιαμορφώθηκε επί Φραγκοκρατίας για να λάβει τη μορφή που διατηρεί μέχρι σήμερα. Μετά την Δ’ Σταυροφορία και την κατάληψη της περιοχής από τους Φράγκους, η Πιάδα εντάσσεται στην Καστελανία της Κορίνθου. Το 1272 δίνεται ως φέουδο στον Nicolo Ghisi του ενετικού οίκου Ghisi του Αρχιπελάγους. Από το 1342 και έως το 1394 βρίσκεται υπό την κυριαρχία του φλωρεντινού οίκου των Acciaiuoli, ενώ μετά το 1400 παραχωρείται στην οικογένεια των Καταλανών αρχόντων της Αίγινας Caopena.

To 1460, η Καστελανία της Κορίνθου περνά στα χέρια των Οθωμανών, ωστόσο η Πιάδα φαίνεται πως για σύντομο διάστημα παρέμεινε στα χέρια των Βενετών, καθώς σε έγγραφα του 1463 και 1467 αναφέρεται ως βενετική κτήση. Κατά την περίοδο της Β’ βενετοκρατίας (1687-1715), στην απογραφή του Grimani εμφανίζεται με την ονομασία Pigiada.

Μετά το 1715 καταλαμβάνεται εκ νέου από τους Οθωμανούς, παραμένοντας κατά τους επόμενους αιώνες σημαντικός οικισμός, ο οποίος μάλιστα μοιραζόταν μία επισκοπική έδρα με τον οικισμό του Δαμαλά. Η σημασία του φαίνεται και από το γεγονός ότι εδώ πραγματοποιήθηκε το 1821 η Α’ Εθνοσυνέλευση του επαναστατημένου έθνους, σε ένα πλάτωμα που έχει σήμερα μετατραπεί σε πλατεία. Στο κάστρο έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες στερέωσης και ανάδειξης από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων και είναι σήμερα προσβάσιμο και επισκέψιμο.

Το κάστρο καταλαμβάνει έκταση 3 στρεμμάτων και έχει ακανόνιστη επιμήκη κάτοψη, καθώς ακολουθεί το φρύδι του βράχου, με κατεύθυνση Α-Δ. Τα τείχη εκτείνονται στη νότια, δυτική και ανατολική πλευρά του λόφου, ενώ η βόρεια έχει αφεθεί ατείχιστη, καθώς είναι εντελώς απρόσιτη λόγω της απότομη χαράδρας του Βόθυλα. Σήμερα σώζονται ερείπια ελάχιστων πύργων, κυρίως στη νότια πλευρά, η οποία ήταν η μεγαλύτερη και ενισχυόταν με έναν πεταλόσχημο προμαχώνα και δύο πύργους, ερείπια των οποίων διατηρούνται έως σήμερα.

Στα βορειοδυτικά, στο ψηλότερο σημείο του κάστρου, διατηρούνται κατάλοιπα του κεντρικού πύργου του φράγκικου κάστρου, ο οποίος σωζόταν μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Ήταν τετράπλευρος και η είσοδός του, που βρισκόταν σε μεγάλο ύψος, θα επιτυγχανόταν μέσω κινητής σκάλας, ενώ σήμερα είναι ορατό το δάπεδο του κατώτερου τμήματός του, που ανήκε σε δεξαμενή.

Η είσοδος στο κάστρο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά και προσεγγίζεται σήμερα από το χωριό, μέσω ενός πλακόστρωτου μονοπατιού.

Στο εσωτερικό του κάστρου σώζονται ελάχιστα κατάλοιπα, καθώς τα ερείπια των κτισμάτων χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό για τα κτήρια του οικισμού.
Σε καλή κατάσταση σώζεται, στο δυτικό άκρο του κάστρου, ο μονόχωρος ναός του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, ο οποίος, σύμφωνα με κτητορική επιγραφή τοιχογραφήθηκε το 1710, ενώ σώζει εντοιχισμένη ανάγλυφη πλάκα μεσοβυζαντινών χρόνων, με μεταγενέστερα χαραγμένη τη χρονολογία 1708.
Διατηρούνται επίσης τα ερείπια δύο ακόμη μονόχωρων ναών, ενός στην ανατολική πλευρά κοντά στην πύλη και ενός δυτικότερα, που χρονολογούνται στην όψιμη υστεροβυζαντινή ή την πρώιμη μεταβυζαντινή περίοδο.

error: Content is protected !!