Παλαιό Φρούριο

Παλαιό Φρούριο

Η Κέρκυρα, στα βόρεια του Ιονίου πελάγους, κατέχει εξέχουσα γεωγραφική θέση, καθώς βρίσκεται ακριβώς στην είσοδο της Αδριατικής, πλησιέστερα στην Ιταλία από κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας, αλλά και πολύ κοντά στις ελληνικές και αλβανικές ακτές. Στη διάρκεια της ιστορίας της έχει χαρακτηριστεί ως «κλειδί της Αδριατικής», «θαλάσσια πύλη» και «στήριγμα των Ιονίων νήσων». Το Παλαιό Φρούριο -ο αρχικός πυρήνας της μεσαιωνικής πόλης-, κτισμένο στη βραχώδη χερσόνησο ανατολικά της σύγχρονης πόλης της Κέρκυρας, καταλαμβάνει μια φυσικά οχυρή θέση, εξασφαλίζοντας τον έλεγχο του θαλάσσιου περάσματος. Το Παλαιό και το Νέο Φρούριο, μαζί με τις περιμετρικές οχυρώσεις της Παλαιάς Πόλης, αποτέλεσαν ένα συμπαγές οχυρωματικό σύνολο, καθιστώντας το νησί το μοναδικό του Ιονίου πελάγους που δεν υπέστη οθωμανική κατάκτηση, παρά τις συνεχείς οθωμανικές εισβολές (1430, 1537, 1571, 1573, 1716). Η πολιτιστική σημασία του μνημειακού συνόλου των δύο φρουρίων και των περιμετρικών οχυρώσεων είχε ως αποτέλεσμα να εγγραφεί το 2007 η Παλαιά Πόλη της Κέρκυρας στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Η πρώτη οχύρωση της χερσονήσου τοποθετείται χρονικά στη βυζαντινή εποχή. Κατά την περίοδο της βενετικής κατοχής (1386-1797), όταν το νησί απέκτησε ιδιαίτερη εμπορική και στρατιωτική σημασία, οι οχυρώσεις του Παλαιού Φρουρίου ενισχύθηκαν, δίνοντάς του τη μορφή με την οποία σώζεται σήμερα. Μετά τον 16ο αιώνα, όταν κατασκευάζεται το Νέο Φρούριο και οι συνοικίες εκτός του Παλαιού Φρουρίου τειχίζονται, αυτό θα μετατραπεί σε ζώνη αποκλειστικά στρατιωτικής χρήσης.

Στις βυζαντινές πηγές, η Κέρκυρα αναφέρεται ως «πόλις» τον 10ο αιώνα και μάλιστα με μεγάλες εκκλησίες, περιτριγυρισμένη με «περίτεχνα» τείχη, φτιαγμένα με μεγάλες λαξευτές πέτρες. Τον 11ο αιώνα, η Άννα Κομνηνή την αναφέρει ως «πόλη οχυρωτάτη», ενώ σύμφωνα με περιγραφή του Μιχαήλ Χωνιάτη (12ος αι.), φαίνεται πως αρχικά οχυρώθηκε με πύργο η ανατολική κορυφή, που αργότερα ονομάστηκε Παλαιός Πύργος (Castel Vecchio/αργότερα μετονομάστηκε σε Πύργο της Θάλασσας).

Λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, η Κέρκυρα, μέχρι την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, διεκδικείται κατά καιρούς από Ούνους, Βανδάλους, Γότθους, Άραβες, Νορμανδούς, Γενοβέζους πειρατές και Σταυροφόρους. Ωστόσο, παρά τις αντίξοες συνθήκες, φαίνεται πως ο νέος οικισμός αναπτύχθηκε ιδιαίτερα γρήγορα, καθώς η εκκλησία της Κέρκυρας τιμήθηκε ήδη από τον 9ο αιώνα ως ανεξάρτητη μητρόπολη, υπαγόμενη απευθείας στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Το 1204 περιέρχεται στην εξουσία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας και το 1207 παραχωρείται ως τιμάριο σε δέκα ευγενείς Βενετούς. Το 1214 εντάσσεται στο κράτος της Ηπείρου έως τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν ο Δεσπότης Μιχαήλ Β΄ παραχωρεί το νησί ως προίκα στον γαμπρό του Μανφρέδο της Σικελίας. Το 1267, η Κέρκυρα γνωρίζει μια περίοδο Ανδεγαυικής κατοχής έως το 1386, οπότε και περιέρχεται εκ νέου στη Βενετία με τη μορφή της εκούσιας προσχώρησης, για να αποτελέσει τη σημαντικότερη βενετική βάση στην Αδριατική και τη Μεσόγειο για διάστημα τεσσάρων περίπου αιώνων.

Η σημασία του νησιού ενισχύεται ακόμα περισσότερο μετά την οθωμανική κατάληψη της Κύπρου (1571) και της Κρήτης (1669). Οι Βενετοί τη χαρακτήριζαν ως «πόρτα του κόλπου», είσοδο δηλαδή στην Αδριατική θάλασσα, και το λιμάνι της Κέρκυρας καθίσταται ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς σταθμούς της Μεσογείου.

Ταυτόχρονα με την οικονομική άνθηση σημειώνεται μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα και πληθυσμιακή αύξηση. Οι οχυρώσεις της χερσονήσου ενισχύονται και μετασκευάζονται ώστε να ανταποκρίνονται στις εξελίξεις της πολεμικής τεχνολογίας. Οχυρώνεται και ο δυτικός λόφος (Castel Nuovo), ενώ με τη διάνοιξη τάφρου στα δυτικά, η χερσόνησος μετατρέπεται σε νησί.

Η πόλη της Κέρκυρας, ήδη από τον 10ο αιώνα, αρχίζει να επεκτείνεται εκτός των τειχών του Παλαιού Φρουρίου δημιουργώντας τα προάστια (εμπόριον, borgo). Η εκτεταμένη αυτή περιοχή παρέμενε ατείχιστη μέχρι και την οθωμανική επίθεση του 1571. Μετά από αυτή την πολιορκία και τη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή των προαστίων, υλοποιήθηκε η τείχιση του μεγαλύτερου μέρους τους και μεταξύ των ετών 1576 και 1588 κτίστηκε στα δυτικά τους όρια το Νέο Φρούριο για την προστασία της αναπτυσσόμενης πόλης. Έπειτα από την περιτείχιση του νεότερου οικισμού, το Παλαιό Φρούριο λειτουργούσε αποκλειστικά ως οχυρό και διοικητικό κέντρο με ελάχιστες κατοικίες στο εσωτερικό του.

Μετά την κατάλυση του βενετικού κράτους, η Κέρκυρα περιέρχεται για δύο χρόνια στους Δημοκρατικούς Γάλλους (1797-1799), οι οποίοι δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με οχυρωματικά έργα, οργάνωσαν όμως την άμυνα των φρουρίων και προχώρησαν σε στοιχειώδη οχύρωση της νησίδας Βίδου με την τοποθέτηση μικρού αριθμού τηλεβόλων για την προστασία από τα βόρεια της πόλης και του λιμανιού, την οποία και συμπλήρωσαν λίγο αργότερα οι Αυτοκρατορικοί Γάλλοι (1807-1814).

Το 1799, οι συνασπισμένες δυνάμεις της Ρωσίας και της Τουρκίας καταλαμβάνουν το νησί, ενώ το 1800 ιδρύεται η Επτάνησος Πολιτεία. Το 1807, με τις Συνθήκες του Τιλσίτ, η Κέρκυρα, όπως και τα υπόλοιπα νησιά της Επτανήσου Πολιτείας, εκχωρείται στους Αυτοκρατορικούς Γάλλους, στους οποίους παραμένει έως το 1814.

Στη διάρκεια της αρμοστείας των Βρετανών (1815-1864) εκσυγχρονίστηκαν οι οχυρώσεις με την κατεδάφιση αρκετών έργων των Βενετών, ενώ πραγματοποιήθηκαν συστηματικές καθαιρέσεις του περιμετρικού τείχους για τις ανάγκες επέκτασης και ρυμοτόμησης της πόλης.

Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι βομβαρδισμοί προκάλεσαν σημαντικές ζημιές στα βενετικά κυρίως κτήρια του Παλαιού Φρουρίου, με αποτέλεσμα να κατεδαφιστούν μεταπολεμικά τα περισσότερα από αυτά.

Το Παλαιό Φρούριο καταλαμβάνει ολόκληρη την έκταση της χερσονήσου, που έχει μήκος 600 μ. και πλάτος 200 μ. Οι οχυρώσεις του κατασκευάστηκαν σταδιακά σε διάφορες χρονικές φάσεις, ξεκινώντας από τη βυζαντινή εποχή, ενώ κατά την περίοδο της βενετοκρατίας επεκτάθηκαν εκτός της χερσονήσου, όπου διαμορφώνεται τελικά η πόλη.

Σήμερα, μπορούν να διακριθούν συνολικά τρεις περίοδοι βενετικών οχυρώσεων. Η πρώτη (1386-1537) αλλάζει εντελώς τη βυζαντινή οχύρωση. Κατασκευάζεται νέο, ισχυρό περιτείχισμα (1402), ενισχύεται η ακρόπολη, διανοίγεται η υγρή ή θαλάσσια τάφρος (fossa), με επακόλουθη την αποκοπή της χερσονήσου από την ξηρά, και κατασκευάζεται τεχνητός λιμένας στο Μανδράκι, στη βόρεια πλευρά. Το 1501 οχυρώνεται ο Πύργος της Ξηράς και μέσα σε μία δεκαετία -από το 1510 έως το 1520- οι εργασίες εντείνονται.

Στη δεύτερη περίοδο (1537-1571), ο μηχανικός Michele Sanmicheli σχεδίασε και κατασκεύασε το προμαχωνικό μέτωπο στη δυτική πλευρά του Φρουρίου. Δύο πενταγωνικοί προμαχώνες υψώνονται στα άκρα της δυτικής πλευράς, με τους αντίστοιχους επιπρομαχώνες τους στο βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό τμήμα της χερσονήσου. Στους περισσότερους χάρτες της βενετοκρατίας, ο βόρειος προμαχώνας ονομάζεται Savorgnan και ο νότιος Martinengo, από τα ονόματα των διοικητών του φρουρίου. Ευθύγραμμο τείχος (cortina) συνδέει τους δύο αυτούς προμαχώνες και στο μέσο του ανοίγεται πύλη, η οποία συνδέθηκε με την απέναντι ξηρά με κινητή ξύλινη γέφυρα, η οποία κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας στηριζόταν σε λίθινους πεσσούς, ενώ σήμερα έχει αντικατασταθεί από σιδερένια μήκους 60 μ. Επίσης συνδεδεμένη με τα αμυντικά έργα των Βενετών κατά τον 16ο αιώνα είναι η διαμόρφωση μπροστά από τους προμαχώνες Martinengo και Savorgnan, στην απέναντι ξηρά και μετά την κατεδάφιση περίπου 2.000 κτηρίων, ανοιχτού πεδίου βολής για το πυροβολικό της Σπιανάδας.

Τέλος, κατά τη διάρκεια της τρίτης περιόδου (1571-1797) οχυρώνεται (1571-1588) το προάστιο (borgo) και κτίζεται το Νέο Φρούριο (1571-1576) για την ενίσχυση της άμυνας.

Η οχύρωση του Παλαιού Φρουρίου αναπτύσσεται σε επίπεδα. Στο ανώτερο επίπεδο, στην «ακρόπολη» (Cittadella), βρίσκεται στην ανατολική κορυφή ο λεγόμενος Παλαιός Πύργος -που αργότερα μετονομάστηκε σε Πύργο της Θάλασσας- και στη δυτική ο Νέος Πύργος ή Πύργος της Ξηράς.

Το μεσαίο επίπεδο περιλαμβάνει το μεγαλύτερο δυτικό τμήμα της χερσονήσου με το προμαχωνικό μέτωπο που διαμορφώθηκε στα δυτικά, ενώ το χαμηλότερο περιλαμβάνει το ακρωτήριο Καβοσίδερο και το Μανδράκι.

Η εξωτερική πύλη εισόδου στο φρούριο ανοίγεται στα δυτικά. Διαμορφώνεται με οκτώ λίθινους πεσσούς και χρονολογείται στη βενετική περίοδο (1386-1797), ενώ επεμβάσεις έχει δεχθεί στην περίοδο της αγγλοκρατίας (1814-1864). Μετά τη γέφυρα, διαμορφώνεται η κεντρική πύλη, ανάμεσα στους προμαχώνες Savorgnan και Martinengo. Το συγκρότημα της εισόδου αποτελείται από έναν κεντρικό θολωτό διάδρομο διακίνησης, εκατέρωθεν του οποίου βρίσκεται από μία θολωτή αίθουσα. Εξωτερικά, το τοξωτό άνοιγμα περιβάλλεται από μνημειακή σύνθεση, ενώ πάνω από την πύλη υπάρχει θυρεός, ο οποίος τοποθετήθηκε μετά την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Έως το 1797, στην ίδια θέση υπήρχε το έμβλημα της Βενετικής Δημοκρατίας, ο φτερωτός λέοντας του Αγίου Μάρκου. Διατηρείται ακόμα η παλιά ξύλινη καρφωτή πόρτα της πύλης, όπως και οι σχισμές στο λίθινο πλαισίωμά της από τις οποίες περνούσαν οι αλυσίδες ανάρτησης της κινητής γέφυρας.

Η πρόσβαση στην ακρόπολη του φρουρίου επιτυγχάνεται μέσω δύο πυλών, νότια και δυτικά. Η αρχική κατασκευή της νότιας πύλης, που χρονολογείται στη βενετική περίοδο (1386-1797), αποτελείται από δύο ορθογώνιους χώρους. Ο βόρειος ήταν για τον διάδρομο κίνησης και ο νότιος το φυλάκιο για τη φρουρά. Ενδεχομένως η πύλη να διέθετε και κινητό τμήμα.

Η δυτική πύλη ανοίγεται στη βάση του λεγόμενου οχυρού της Καμπάνας. Αποτελείται από δύο τμήματα, μία προωθημένη εξωτερική πύλη (avanzata) με ξύλινη κινητή γέφυρα και την κύρια πύλη. Μέσω ενός θολοσκέπαστου διαδρόμου οδηγεί στο εσωτερικό της ακρόπολης κοντά στο κτήριο των φυλακών.

Στη βόρεια πλευρά της χερσονήσου, δίπλα από τον πύργο του Μανδρακίου, ανοίγεται μία ακόμα πύλη, η «Πύλη της Θάλασσας». Χρονολογείται στη βενετική περίοδο (1386-1797) με ανακατασκευές και συμπληρώσεις κατά την αγγλοκρατία (1814-1864). Τέλος, πίσω από το λιμάνι του Μανδρακίου βρίσκεται η αρχική κύρια πύλη του φρουρίου, η πύλη Soranza, η οποία κατασκευάστηκε κατά την πρώτη περίοδο των βενετικών οχυρώσεων του φρουρίου (1386-1573) και φέρει προεξέχουσα κορνίζα με διάκοσμο αναγεννησιακού ρυθμού. Αργότερα, όταν καταργήθηκε η είσοδος στο φρούριο από το σημείο αυτό, η πύλη τοιχίστηκε και μετατράπηκε σε παρεκκλήσι αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο.

Την κεντρική είσοδο πλαισιώνουν βόρεια και νότια οι προμαχώνες Savorgnan και Martinengo, οι οποίοι αποτελούνται από τρία επίπεδα και επικοινωνούν μεταξύ τους με κλίμακες και θολοσκέπαστους διαδρόμους. Μετά τους προμαχώνες υπάρχει μία δεύτερη τάφρος, άνυδρη, που το 1603 γεφυρώθηκε με λίθινη γέφυρα, πάνω στην οποία βρίσκεται λατινικό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στην Παναγία Dei Carmini, κτισμένο από μοναχούς του τάγματος των Καρμελιτών. Η ανέγερσή του πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1636-1671 και σύμφωνα με τον Γάλλο Πρόξενο στα Ιόνια Νησιά Grasset de Saint Sauveur, εκεί μεταφέρονταν αλυσοδεμένοι οι καταδικασμένοι σε θάνατο, 24 ώρες πριν την εκτέλεσή τους. Στο τέλος της γέφυρας της ξηράς τάφρου κτίστηκαν την περίοδο της αγγλοκρατίας (1814-1864) οι στρατώνες του πεζικού, οι οποίοι κατέλαβαν τη θέση ενός διώροφου κτηρίου που χρησίμευε ως οπλοστάσιο στα χρόνια της βενετοκρατίας. Σήμερα στους στρατώνες στεγάζονται τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Αρχεία Ν. Κέρκυρας) και η Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Κέρκυρας.

Νοτιοανατολικά των στρατώνων, σε υπερυψωμένο επίπεδο, βρισκόταν το παλάτι του Βενετού Προβλεπτή, το οποίο καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βόρεια του παλατιού υπήρχε ο Πύργος του Ρολογιού, ο οποίος διατηρείται ως σήμερα.

Στη νότια πλευρά του φρουρίου -που ονομάζεται Βερσιάδα- κυριαρχεί η εντυπωσιακή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που οικοδομήθηκε το 1849, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες εκκλησιασμού της βρετανικής φρουράς. Πρόκειται για νεοκλασικό μνημείο που μιμείται αρχαίο ελληνικό δωρικό ναό. Νοτιοδυτικά της εκκλησίας βρίσκεται ο πύργος της Βερσιάδας, που έχει κτιστεί στη βενετική περίοδο (1386-1797), πιθανόν τον 15ο αιώνα, και δυτικότερα τα μαγειρεία, ένα κτήριο της βρετανικής περιόδου (1814-1864). Ανατολικά της ίδιας περιοχής βρίσκεται μία πυριτιδαποθήκη, στην ανατολική πλευρά της οποίας είναι εντοιχισμένο το οικόσημο του Γενικού Προβλεπτή της Θάλασσας Marco Antonio Diedo με χαραγμένο το έτος 1731, ενώ στη δυτική το οικόσημο της οικογένειας Correr με το έτος 1727.

Στη βόρεια πλευρά του φρουρίου βρισκόταν το παλάτι του Γενικού Προβλεπτή της Θάλασσας, του ανώτερου αξιωματούχου στη στρατιωτική ναυτική ιεραρχία της Βενετικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με αρχειακές πηγές, το κτήριο κατασκευάστηκε τον 16ο αιώνα, ενώ επισκευάστηκε και χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά το 1794 από τον τελευταίο Γενικό Προβλεπτή της Βενετίας Carlo Aurelio Widmann. Κάτω από το παλάτι αυτό βρίσκεται το λιμάνι Μανδράκι, που αποτελούσε τον χώρο υποδοχής του βενετού αξιωματούχου, ο οποίος περνώντας μέσα από την πύλη του λιμανιού οδηγούνταν στην κατοικία του. Ανατολικότερα του παλατιού του Γενικού Προβλεπτή βρισκόταν ο στρατώνας Πασχαλίγου. Κτίστηκε από τον Γενικό Προβλεπτή Zorzi Pasqualigo το 1718-1721 και είχε χωρητικότητα 1.200 ατόμων. Ανατολικότερα υπάρχει το κτήριο του φαρμακείου, κατασκευασμένο από τους Βρετανούς την περίοδο 1862-1864 επάνω σε προγενέστερο κτήριο της βενετικής περιόδου. Νοτιότερα του στρατώνα Πασχαλίγου κατασκευάστηκε τον 16ο αιώνα το συγκρότημα τροφοαποθηκών του Στρατώνα.

Στην ακρόπολη του Παλαιού Φρουρίου δεσπόζουν ο Παλαιός Πύργος (Πύργος της Θάλασσας) στην ανατολική κορυφή και ο Νέος Πύργος (Πύργος της Ξηράς) στη δυτική. Ο πρώτος έχει θεμελιωθεί επάνω στον βράχο και η πρόσβαση στο εσωτερικό του επιτυγχάνεται μέσω κλίμακας στα νοτιοδυτικά του. Η αρχική οχύρωση του είναι βυζαντινή (10ος αι.), ενώ έχει υποστεί επισκευές το διάστημα 1510-1520. Ο δεύτερος οχυρώθηκε το 1501 από τον Βενετό μηχανικό Giacomo Coltrini και ανακατασκευάστηκε από τους Βρετανούς τον 19ο αιώνα. Μεταξύ των δύο πύργων βρίσκεται συγκρότημα κτηρίων, το οποίο κατασκευάστηκε την εποχή της αγγλοκρατίας και λειτούργησε ως νοσοκομείο. Νοτιότερα, επάνω στον Πύργο της Ξηράς, βρίσκεται ο φάρος με το συνοδευτικό κτήριο, ένα από τα πρώτα έργα που ολοκλήρωσαν οι Βρετανοί στο φρούριο. Στον χώρο της ακρόπολης βρισκόταν επίσης ο μητροπολιτικός ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου. Ο ναός, που σήμερα δεν σώζεται, πιθανόν υπήρχε ήδη από τον 10ο αιώνα, ωστόσο σταμάτησε να χρησιμοποιείται από το 1633.

Κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας (1815-1864), η άμυνα της ακρόπολης ενισχύθηκε με την Πυροβολαρχία Ημισελήνου στα δυτικά. Πρόκειται για ένα κλειστό πυροβολείο με τέσσερις θολοσκεπείς αίθουσες στα μέτωπα των οποίων ανοίγονται κανονιοθυρίδες. Κοντά στη δυτική πύλη της ακρόπολης βρίσκεται το κτήριο των φυλακών, το ισόγειο του οποίου έχει κατασκευαστεί στο τέλος της περιόδου της βενετοκρατίας, τον 18ο αιώνα, και ο όροφος κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας (1814-1864).

Στο β’ μισό του 16ου αιώνα περιτειχίζεται και το ακρωτήριο Καβοσίδερο στο βορειοανατολικό άκρο της χερσονήσου, η άμυνα του οποίου ενισχύθηκε με τον ομώνυμο προμαχώνα. Στην ίδια περιοχή διατηρούνται η στοά που οδηγούσε στον προμαχώνα, μία υπόγεια αίθουσα και μία βενετική πυριτιδαποθήκη.

error: Content is protected !!