Παλαιόκαστρο
Το κάστρο δεσπόζει στον λόφο της χερσονήσου του Κορυφασίου, στο βόρειο άκρο του κόλπου του Ναβαρίνου, βορειοδυτικά της Πύλου. Σύμφωνα με το Χρονικό του Μωρέως κτίστηκε από τον Φλαμανδό σταυροφόρο και πρίγκιπα της Αχαΐας Νικόλαο Β΄ de Saint Omer, το 1278 ή 1282-1289. Η επιλογή της θέσης του, που είναι φυσικά οχυρή, είχε μεγάλη πολιτική και στρατιωτική σημασία, καθώς βρισκόταν κοντά στα σύνορα με τη βενετική κτήση της Μεθώνης, ενώ ταυτόχρονα προστάτευε το φυσικό λιμάνι της περιοχής.
Κατά τη μεσαιωνική περίοδο, τόσο το κάστρο όσο και η ευρύτερη περιοχή ονομάζονταν Port de Jonc (Λιμάνι των σχοίνων) λόγω των βούρλων που φύτρωναν στην ακτή. Το κάστρο ήταν επίσης γνωστό ως Αβαρίνο, ενώ στα τέλη του 16ου αιώνα, μετά την ίδρυση του νέου κάστρου από τους Οθωμανούς (Νιόκαστρο Πύλου), αναφέρεται ως Παλιόκαστρο ή Παλαιό Ναβαρίνο.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Κατά τη μεσαιωνική περίοδο, τόσο το κάστρο όσο και η ευρύτερη περιοχή ονομάζονταν Port de Jonc (Λιμάνι των σχοίνων) λόγω των βούρλων που φύτρωναν στην ακτή. Το κάστρο ήταν επίσης γνωστό ως Αβαρίνο, ενώ στα τέλη του 16ου αιώνα, μετά την ίδρυση του νέου κάστρου από τους Οθωμανούς (Νιόκαστρο Πύλου), αναφέρεται ως Παλιόκαστρο ή Παλαιό Ναβαρίνο.
Η χερσόνησος του Κορυφασίου είναι πλούσια σε αρχαιολογικά κατάλοιπα, που μαρτυρούν ανθρώπινη παρουσία ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. Το 425 π.Χ., οι Αθηναίοι, με παρότρυνση του Δημοσθένη, οχύρωσαν τα πιο ευπρόσβλητα σημεία του λόφου, μετατρέποντας τον σε στρατιωτική βάση, ενώ η πολίχνη, που συνακόλουθα δημιουργήθηκε, διατηρήθηκε κατά τους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Έτσι, το φράγκικο κάστρο κτίζεται επάνω στα θεμέλια των αρχαίων οχυρώσεων. Σύντομα, εξαιτίας της ασφάλειας που παρείχε, συγκεντρώνεται πληθυσμός έξω από τα τείχη του και δημιουργείται ένας μικρός οικισμός. Το 1423 το κάστρο πωλείται στους Βενετούς, οι οποίοι παραμένουν κυρίαρχοι μέχρι το 1500. Στο διάστημα αυτό, και συγκεκριμένα μεταξύ 1440-1490 (σύμφωνα με τα αποτελέσματα ραδιοχρονολόγησης των ξυλοτύπων των πύργων), κατασκευάζεται ένας δεύτερος μεγαλύτερος περίβολος στα νότια, προκειμένου να προστατευθεί ο οικισμός που είχε ήδη αναπτυχθεί σε αυτήν την περιοχή.
Το 1500, όταν ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄ καταλαμβάνει τη Μεθώνη και την Κορώνη, που αποτελούσαν τις βασικές βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο, και το κάστρο παραδίδεται αμαχητί στους Οθωμανούς. Το 1572 πολιορκείται από τον στρατηγό Don Juan της Αυστρίας, ο οποίος όμως δεν καταφέρνει να το καταλάβει. Εξαιτίας αυτής της επίθεσης, δύο χρόνια αργότερα, οι Οθωμανοί προχωρούν στην κατασκευή ενός νέου φρουρίου (Νιόκαστρο Πύλου) για την προστασία του νότιου άκρου του κόλπου του Ναβαρίνου, με αποτέλεσμα η στρατηγική σημασία του Παλαιού Ναβαρίνου να αρχίσει να μειώνεται και ο πληθυσμός σταδιακά να μετακινείται προς το νέο φρούριο. Το 1686, το κάστρο περιέρχεται ξανά στους Βενετούς έως το 1715, οπότε ανακαταλαμβάνεται, όπως και η υπόλοιπη Πελοπόννησος, από τους Οθωμανούς.
Το 1821, με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, οι Έλληνες κυριεύουν το κάστρο και το χρησιμοποιούν ως ορμητήριο των στρατιωτικών τους επιχειρήσεων. Ωστόσο, το 1825 αναγκάζονται να το παραδώσουν στον Ιμπραήμ πασά και στο τουρκοαιγυπτιακό στρατεύμα, που είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο προκειμένου να καταστείλει την ελληνική επανάσταση. Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827) περιέρχεται οριστικά στους επαναστατημένους Έλληνες.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Το κάστρο έχει τραπεζοειδή κάτοψη και αποτελείται από δύο περιβόλους που χωρίζονται μεταξύ τους με εγκάρσιο τείχος.
Ο άνω περίβολος, στα βόρεια, αποτελεί το αρχικό φράγκικο οχυρό. Είναι κτισμένος επάνω στα τείχη της ελληνιστικής ακρόπολης, ίχνη των οποίων διατηρούνται σε όλη την έκταση του κατώτερου τμήματος. Η άμυνα των τειχών ενισχύεται με τετράγωνους και ημικυκλικούς πύργους.
Ο κάτω, νότιος περίβολος κτίστηκε από τους Βενετούς στα 1440-1490, ενώ επισκευάστηκε μετά το 1500 από τους Οθωμανούς. Εκτείνεται στις τρεις πλευρές του λόφου, καθώς η ανατολική, που ήταν και η πιο απόκρημνη, παρέμεινε ατείχιστη. Στη δυτική, φυσικά οχυρή πλευρά, τα τείχη είναι κατακόρυφα με επάλξεις. Η νότια και πιο ευάλωτη πλευρά είναι ενισχυμένη, προσαρμοσμένη στις ανάγκες των πυροβόλων όπλων και διακρίνονται σε αυτήν επεμβάσεις του τέλους του 15ου-αρχών 16ου αιώνα, αλλά και μεταγενέστερες.
ΟΙ ΠΥΛΕΣ
Η κύρια πύλη του κάστρου ανοίγεται στη νότια πλευρά, στο ισόγειο ορθογώνιου πύργου. Διαμορφώνεται με οξυκόρυφα τόξα και προστατευόταν από καταφραγή. Η πρόσβαση σε αυτήν επιτυγχανόταν με μονοπάτι που ξεκινούσε από το νοτιότερο σημείο της χερσονήσου. Διατηρείται επίσης, μισοκατεστραμμένη, η πύλη του εγκάρσιου τείχους μεταξύ των δύο περιβόλων.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Σήμερα στο εσωτερικό των περιβόλων διατηρούνται κατάλοιπα διάφορων κτηρίων και εγκαταστάσεων, που μπορούν να ταυτιστούν κυρίως βάσει ενός χάρτη του 1706 από το αρχείο Grimani. Πρόκειται για την οικία του διοικητή, σπίτια, καθολικές και ορθόδοξες εκκλησίες, πηγάδια, ενώ είναι ορατές και οι κεντρικές οδικές αρτηρίες του οικισμού. Σε καλύτερη κατάσταση σώζονται οι μεγάλες κινστέρνες, όπου αποθηκεύονταν τα όμβρια ύδατα για την κάλυψη των αναγκών σε νερό, ιδιαίτερα στη διάρκεια πολιορκιών.



