Παλαµήδι
Το επιβλητικό φρούριο του Παλαμηδίου καταλαμβάνει την κορυφή του απόκρημνου υψώματος που δεσπόζει πάνω από τη χερσόνησο της Ακροναυπλίας και την πόλη του Ναυπλίου. Η ονομασία του λόφου οφείλεται στον ομηρικό ήρωα Παλαμήδη, γιο του Ναυπλίου. Το φρούριο κατασκευάστηκε από τους Βενετούς στις αρχές του 18ου αιώνα για να προστατέψει και να καταστήσει απόρθητη την πόλη, πρωτεύουσα του βενετικού Βασιλείου του Μορέα. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σημαντικότερα σύνολα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής στην Ανατολική Μεσόγειο.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η στρατηγική θέση του Παλαμηδίου είχε αξιοποιηθεί το 1686 με την τοποθέτηση πυροβολικού από τον Morosini κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ναυπλίου, της παλαιάς βενετικής κτήσης η οποία είχε περάσει στους Οθωμανούς το 1540. Η πόλη κυριεύεται από τον Morosini και τους Βενετούς, ορίζεται πρωτεύουσα του νέου Βασιλείου του Μορέα και οι οχυρώσεις της επισκευάζονται, ενισχύονται και αναδιαμορφώνονται. Βασικό αμυντικό τους μειονέκτημα παρέμενε ο λόφος του Παλαμηδίου, επικίνδυνο σημείο για τον βομβαρδισμό της πόλης σε επικείμενη πολιορκία. Προκειμένου να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο έπρεπε στο ύψωμα να ανεγερθεί ισχυρό οχυρό, εγχείρημα με πρακτικές δυσκολίες και ιδιαίτερα μεγάλο οικονομικό κόστος.
Η κατασκευή του φρουρίου ξεκίνησε τελικά το 1711 από τον Προνοητή Agosto Sagredo με μηχανικούς τον Antonio Giancix, ο οποίος υπήρξε ο κύριος εμπνευστής του σχεδιασμού του, και τον Pierre de La Salle. Το έργο προχώρησε με ταχείς ρυθμούς και σχεδόν ολοκληρώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια, το φρούριο όμως δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει την ανακατάληψη του Ναυπλίου από τους Οθωμανούς το 1715.
Tην περίοδο της δεύτερης οθωμανοκρατίας στην Πελοπόννησο (1715-1822), οι οχυρώσεις του Παλαμηδίου ολοκληρώνονται και αποτελούν τη βασική άμυνα του Ναυπλίου, υποβιβάζοντας σε σημασία την Ακροναυπλία. Στις 30 Νοεμβρίου 1822, οι Έλληνες με αρχηγό τον Στάικο Σταϊκόπουλο καταλαμβάνουν το φρούριο και απελευθερώνουν το Ναύπλιο. Εργασίες στο Παλαμήδι πραγματοποιούνται και από το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, όπως η ανακατασκευή κατά τη βασιλεία του Όθωνα της ανοιχτής κλίμακας με τον περιώνυμο αριθμό σκαλοπατιών που μέχρι σήμερα χρησιμοποιούν οι επισκέπτες για να ανέβουν στο κάστρο από την πόλη του Ναυπλίου.
Ένα τμήμα του φρουρίου λειτουργούσε ως φυλακές ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Ο προμαχώνας Μιλτιάδης προοριζόταν για βαρυποινίτες, ενώ ο προμαχώνας του Αγίου Ανδρέα για όσους είχαν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. Τον Μάιο του 1834, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, οδηγείται σε αυτές τις φυλακές με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, για να αποφυλακιστεί έντεκα μήνες αργότερα μετά την απονομή χάρης. Τον Αύγουστο του 1923, οι φυλακές του Παλαμηδίου έκλεισαν και οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και την Αίγινα.
ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ
Ο καινοτόμος σχεδιασμός του φρουρίου περιλαμβάνει μεμονωμένα οχυρώματα-προμαχώνες σε στρατηγικά σημεία του λόφου, μεριμνώντας ώστε τα πυροβόλα όπλα του ενός να καλύπτουν τους διπλανούς προμαχώνες με το βεληνεκές τους. Τείχος τους συνέδεε, ώστε οι υπερασπιστές τους να μετακινούνται από τον ένα στον άλλο με ασφάλεια. Οι προμαχώνες λειτουργούσαν αλληλοϋποστηριζόμενοι, ως ενιαίο αμυντικό σύνολο, αλλά παρέμεναν αυτόνομα οχυρά και περιλάμβαναν στρατώνες, δεξαμενές νερού και αποθήκες πυρομαχικών και τροφίμων για την κάλυψη των αναγκών της φρουράς τους. Σε περίπτωση που ο εχθρός καταλάμβανε τον έναν, η άμυνα του φρουρίου θα συνεχιζόταν από τους υπόλοιπους προμαχώνες.
Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ
Σήμερα, η πρόσβαση στο φρούριο του Παλαμηδίου πραγματοποιείται από την κεντρική πύλη του προμαχώνα Επαμεινώνδα, δίπλα στον χώρο στάθμευσης. Η δεύτερη είσοδος βρίσκεται στο τέλος της ανακατασκευασμένης κλίμακας του 19ου αιώνα που ξεκινά απέναντι από το Πάρκο Σταϊκόπουλου και τον προμαχώνα Grimani και μέσα από την πύλη του προμαχώνα Robert καταλήγει στο εσωτερικό του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.
Λαξευτή κλίμακα, θολοσκέπαστη στο κατώτερο μισό της, υπήρξε ένα από τα πρώτα έργα που εκτελέστηκαν στο δυτικό τμήμα του λόφου κατά τη Β΄ βενετοκρατία, το 1690. Η κλίμακα είναι μη προσβάσιμη σήμερα και συνέδεε το Παλαμήδι με τον προμαχώνα Grimani και την πόλη του Ναυπλίου.
ΟΙ ΠΡΟΜΑΧΩΝΕΣ
Οι ελληνικές ονομασίες των οκτώ προμαχώνων χρονολογούνται μετά το 1822 και την απελευθέρωση του Ναυπλίου και αντικατέστησαν τις ονομασίες που είχαν δοθεί από τους Οθωμανούς. Αρχικά, σύμφωνα με γραπτές πηγές και σχέδια της εποχής, έφεραν βενετικές ονομασίες, με εξαίρεση τον προμαχώνα Επαμεινώνδα, ο οποίος πιθανόν ολοκληρώθηκε από τους Οθωμανούς.
Προµαχώνας Αγίου Ανδρέα
Ο προμαχώνας του Αγίου Ανδρέα είναι ο πρώτος που κατασκευάζεται και ακολουθούν οι υπόλοιποι σε ακτινωτή διάταξη. Αρχικά έφερε το όνομα του Αγίου Γεράρδου, που ήταν ο προστάτης άγιος της οικογένειας των Sagredo. Πάνω από την κεντρική του πύλη διατηρείται ανάγλυφο με το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, έμβλημα της Βενετίας. Επιγραφή με τη χρονολογία 1712 εκθειάζει τον κτήτορα της οχύρωσης, Προνοητή Agosto Sagredo. Μετά το 1715, ο προμαχώνας μετονομάζεται σε Disdar Tabya από τους Οθωμανούς και αποτελεί την έδρα του διοικητή. Στην κεντρική αυλή του προμαχώνα βρίσκεται o μικρός ενετικός ναός του Αγίου Γεράρδου, ο οποίος αφιερώθηκε μετά το 1822 στον άγιο Ανδρέα, επειδή το φρούριο απελευθερώθηκε την ημέρα της εορτής του. Κοντά στον ναό, σκοτεινός τετράπλευρος χώρος υπήρξε σύμφωνα με προφορική παράδοση η «φυλακή του Κολοκοτρώνη».
Προµαχώνας Robert
Δυτικά του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα βρίσκεται ο προμαχώνας Robert. Η ονομασία του αποτελεί φόρο τιμής στον φιλέλληνα Γάλλο ταγματάρχη François Robert, ο οποίος έχασε ηρωϊκά τη ζωή του το 1827 κατά την πολιορκία της Ακρόπολης της Αθήνας. Πρόκειται για έναν προμαχώνα μικρών διαστάσεων που στόχο είχε τη φρούρηση της ανόδου στον λόφο και την επιτήρηση του λιμανιού του Ναυπλίου και του κάστρου της Ακροναυπλίας.
Προµαχώνες Λεωνίδας, Μιλτιάδης και Επαµεινώνδας
Στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου είναι διαταγμένοι τρεις προμαχώνες, ο προμαχώνας Λεωνίδας, ο προμαχώνας Μιλτιάδης και ο προμαχώνας Επαμεινώνδας. Ο προμαχώνας Λεωνίδας, κτισμένος στο ανατολικό άκρο του κάστρου επάνω από την πόλη του Ναυπλίου, την προστατεύει από την πλευρά της πεδιάδας.
Ο προμαχώνας Μιλτιάδης είναι ο πλέον αυτόνομος και ισχυρός από τους προμαχώνες του Παλαμηδίου, με τείχη που φτάνουν τα 22 μ. ύψος. Από τη νότια και ανατολική πλευρά του οχυρώνεται με τάφρο. Στο εσωτερικό του περιλαμβάνει κινστέρνα και κτήρια που χρονολογούνται από τη βενετική περίοδο έως τα νεότερα χρόνια, οπότε και χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για τους βαρυποινίτες.
Ο προμαχώνας Επαμεινώνδας κτίστηκε για την προστασία της κεντρικής πύλης του κάστρου, είναι μικρών διαστάσεων, διαθέτει κανονιοστοιχίες στην ανατολική του πλευρά και κινστέρνα στο εσωτερικό του. Ονομαζόταν Seytan Tabya (Σεϊτάν Τάπια), δηλαδή ντάπια του διαβόλου, από τους Οθωμανούς ίσως διότι λόγω της θέσης του τον θεωρούσαν και τον πλέον ευπρόσβλητο.
Προµαχώνες Φωκίωνας, Θεµιστοκλής και Αχιλλέας
Ο προμαχώνας Φωκίωνας βρίσκεται στα νότια του προμαχώνα Αγίου Ανδρέα και περιλαμβάνει κινστέρνα και συγκρότημα στρατώνων. Η κατασκευή του έχει αποδοθεί στους Οθωμανούς. Πύλη και απότομη σκάλα τον συνδέει με τον μεγαλύτερου μεγέθους προμαχώνα Θεμιστοκλή, ο οποίος καταλαμβάνει τη δεύτερη ψηλότερη κορυφή του λόφου. Τάφρος χωρίζει τον προμαχώνα Θεμιστοκλή από τον προμαχώνα Αχιλλέα.
Ο προμαχώνας Αχιλλέας (ή Yuruis Tabya στα τούρκικα, δηλαδή ντάπια της εφόδου) βρίσκεται στο πιο εύκολα προσβάσιμο σημείο του λόφου και για τον λόγο αυτόν αποτελεί τον πιο ευπρόσβλητο προμαχώνα, την Αχίλλειο πτέρνα του φρουρίου. Από το σημείο αυτό εισέβαλλαν στο φρούριο οι Οθωμανοί το 1715, όπως επίσης και οι Έλληνες όταν το απελευθέρωσαν το 1822. Στο εσωτερικό του ο προμαχώνας διαθέτει κινστέρνα και χώρους για τη φρουρά.



