Πάργα
Το κάστρο της Πάργας, στη βραχώδη μικρή χερσόνησο ανάμεσα στην είσοδο του λιμανιού της σημερινής πόλης και την παραλία του Βάλτου, επί σειρά αιώνων εξασφάλιζε την εποπτεία του Ιονίου πελάγους και προστάτευε την πόλη τόσο από την ξηρά όσο και από τη θάλασσα. Λείψανα αρχαίου τείχους στη δυτική πλευρά του κάστρου αποτελούν την παλαιότερη οχύρωση της θέσης, στην ευρύτερη περιοχή της οποίας τοποθετείται η αρχαία Τορύνη. Το τοπωνύμιο Πάργα απαντά πρώτη φορά σε γραπτές πηγές στις αρχές του 14ου αιώνα, έμμεση ένδειξη της ύπαρξης του κάστρου, χωρίς έως σήμερα αυτό να έχει επιβεβαιωθεί από αρχαιολογικά δεδομένα.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Το τοπωνύμιο Πάργα απαντά πρώτη φορά σε γραπτές πηγές στις αρχές του 14ου αιώνα, έμμεση ένδειξη της ύπαρξης του κάστρου, χωρίς έως σήμερα αυτό να έχει επιβεβαιωθεί από αρχαιολογικά δεδομένα. Στα τέλη του ίδιου αιώνα, περίοδο πολιτικής αναταραχής και συγκρούσεων, οι κάτοικοι της Πάργας, ακολουθώντας το παράδειγμα των Κερκυραίων γειτόνων τους, στρέφονται για προστασία στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Το 1401 υπογράφουν συνθήκη για την ένταξη της Πάργας στις βενετικές κτήσεις. Οι Βενετοί παραχωρούν προνόμια στους κατοίκους και η Πάργα μετατρέπεται σε σημαντικό εμπορικό σταθμό και βάση των Βενετών, «μάτι και αυτί» της Κέρκυρας στις ακτές της Ηπείρου για τους επόμενους τέσσερις αιώνες.
Οι Οθωμανοί την καταλαμβάνουν το 1452 και δύο χρόνια αργότερα, το 1454 επανέρχεται στους Βενετούς, χάρη στην κινητοποίηση των Παργινών και των Κερκυραίων. Την ίδια περίοδο υλοποιούνται μικρής έκτασης οχυρωματικά έργα, λόγω έλλειψης πόρων και υπό τον φόβο επικείμενης επίθεσης των Οθωμανών, οι οποίοι μέχρι την πρώτη δεκαετία του 16ου αιώνα έχουν κάψει δύο φορές το κάστρο. To 1537, η Πάργα καταστρέφεται από τον οθωμανικό στόλο υπό τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και το 1567 ανακατασκευάζεται από τους Βενετούς. Το 1571 καταστρέφεται εκ νέου από τον οθωμανικό στόλο, ο οποίος πραγματοποιεί επιδρομές στις βενετικές κτήσεις του Ιονίου, λίγο πριν την ήττα του στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου την ίδια χρονιά. Αμέσως μετά, οι Βενετοί αποκαθιστούν και επεκτείνουν το κάστρο. Ακολουθεί μια περίοδος ακμής για την Πάργα, ο οικισμός της οποίας επεκτείνεται εκτός των τειχών κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα.
Μετά το 1797 και την κατάλυση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, η Πάργα γνωρίζει περίοδο αστάθειας και ανασφάλειας. Το 1797, η Πάργα περνά στους Γάλλους, το 1800 τυπικά στους Οθωμανούς, αλλά με ρωσική προστασία, το 1807 ξανά στους Γάλλους και εν τέλει το 1814 στους Βρετανούς. Οι διαδοχικές εναλλαγές κυριάρχων/προστατών καταφέρνουν έως το 1817 να αποτρέψουν την κατάκτησή της από τον σημαντικότερο εχθρό των Παργινών, τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος έχει ως τότε αποκτήσει όλες τις υπόλοιπες βενετικές βάσεις στα παράλια του Ιονίου. Το 1817, ο Άγγλος κυβερνήτης των Επτανήσων Thomas Maitland υπογράφει συνθήκη για την παραχώρηση αντί ανταλλάγματος της Πάργας στον Αλή Πασά. Στους κατοίκους της δίνεται η επιλογή να μείνουν ή να φύγουν και να αποζημιωθούν για τις περιουσίες τους. Λίγο πριν την παράδοση του κάστρου στον Αλή Πασά, το 1819, η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων εγκαταλείπει τον τόπο τους και καταφεύγει στα Επτάνησα, κυρίως στην Κέρκυρα. Το κάστρο ερημώνει και σταδιακά εγκαταλείπεται μετά το β΄μισό του 19ου αιώνα.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Η σημερινή μορφή του κάστρου οφείλεται κυρίως στους Βενετούς και χρονολογείται μετά το 1571. Η οχύρωση αναπτύσσεται ακανόνιστα, ακολουθώντας τη φυσική διαμόρφωση του λόφου. Τα ισχυρά εξωτερικά τείχη υψώνονται στα όρια των κλιτύων του βραχώδους λόφου, αξιοποιώντας τον φυσικά οχυρό του χαρακτήρα. Σύμφωνα με γραπτές πηγές, το κάστρο προστατευόταν από ένυδρη τάφρο. Το 1819-1820, ο Αλή Πασάς κατασκεύασε στο ψηλότερο σημείο του λόφου ισχυρό τείχος ενισχυμένο με πολυγωνικό προμαχώνα και διαμόρφωσε ένα εσωτερικό αυτόνομο οχυρό, την ακρόπολη του κάστρου.
Ανηφορικό μονοπάτι οδηγεί στην πύλη, στα νοτιοανατολικά της οχύρωσης. Η άμυνα σε αυτό το προσβάσιμο και επομένως ευάλωτο τμήμα του κάστρου ενισχύεται με ημικυκλικό πύργο-προμαχώνα. Πάνω από το τόξο της πύλης σώζεται εντοιχισμένη επιγραφή στην οποία αναγράφεται το έτος 1707 και το όνομα του διοικητή της Πάργας Μάρκου Θεοτόκη. Δεύτερη πύλη οδηγεί στο εσωτερικό του κάστρου μέσα από στενή καμαροσκέπαστη δίοδο. Επάνω από αυτή την πύλη, δυσανάγνωστη επιγραφή αναφέρεται στην εξάρτηση της Πάργας από την Κέρκυρα. Λίγο ψηλότερα σώζεται εντοιχισμένο ανάγλυφο με το έμβλημα της Βενετίας, τον φτερωτό λέοντα του Αγίου Μάρκου.
Βόρεια της εσωτερικής εισόδου κατασκευάστηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα στρατώνες. Το εσωτερικό του κάστρου διαρθρώνεται σε επίπεδα που ακολουθούν τη φυσική ανωφέρεια του λόφου. Ο οικισμός, από τον οποίο σήμερα διασώζονται μόνο ερείπια, αναπτυσσόταν στο δυτικό, βόρειο και ανατολικό τμήμα του λόφου. Στενά μονοπάτια επιτρέπουν την περιήγηση στον χώρο και οδηγούν στο τελευταίο σημείο άμυνας της οχύρωσης, την ακρόπολη. Διακρίνονται επίσης τα κατάλοιπα εννέα εκκλησιών, από τις οποίες αυτή που βρίσκεται δυτικά της πύλης της ακρόπολης πιθανώς ταυτίζεται με τον ενοριακό ναό της πόλης, αφιερωμένο στον άγιο Σπυρίδωνα.
ΑΚΡΟΠΟΛΗ
Η πύλη της ακρόπολης, μνημειακά διαμορφωμένη, φέρει εκατέρωθεν δύο ορθογώνια πλαίσια με δικέφαλο αετό και επιγραφές με τη χρονολογία 1820 και το όνομα του Αλή Πασά. Στο εσωτερικό του τείχους, που διαχωρίζει την ακρόπολη από το κάστρο, αναπτύσσονται δύο πτέρυγες καμαροσκέπαστων ημιυπόγειων χώρων. Προορίζονταν για τη φρουρά, όπως φαίνεται από τις κόγχες τζακιών που διατηρούν, και για την αποθήκευση των απαραίτητων υλικών για τη λειτουργία του οχυρού. Στοά διατρέχει και τις δύο πτέρυγες για την επικοινωνία με τον γωνιακό ισχυρό προμαχώνα και το εσωτερικό της ακρόπολης, εξασφαλίζοντας τη μετακίνηση των στρατιωτών. Στο υψηλότερο σημείο της ακρόπολης είναι κτισμένο ένα μεγάλο διώροφο συγκρότημα, το σεράι του Αλή Πασά, που περιλαμβάνει χώρους κατοικίας, δεξαμενές, μικρό λουτρό (χαμάμ) και τέμενος.






