Ναύπακτος

Ναύπακτος

Το επιβλητικό κάστρο της Ναυπάκτου είναι κτισμένο στη νότια πλαγιά απότομου λόφου, ο οποίος υψώνεται αποκομμένος στους πρόποδες του όρους Ριγάνι, στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου. Περικλείει τον ιστορικό πυρήνα της πόλης της Ναυπάκτου, με αδιάλειπτη κατοίκηση από την αρχαιότητα. Η φυσικά οχυρή τοποθεσία εξασφάλιζε τον έλεγχο του θαλάσσιου περάσματος προς τον Κορινθιακό κόλπο και υπήρξε η μοναδική του είσοδος μέχρι τον 19ο αιώνα και τη διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου. Η προνομιούχα θέση και το λιμάνι της Ναυπάκτου συνέβαλαν στην ανάδειξή της σε σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η στρατηγική σημασία της καθόρισε την ιστορική της διαδρομή, καθώς υπήρξε αντικείμενο διεκδίκησης και πεδίο αντιπαράθεσης για τις ισχυρές πολιτικές δυνάμεις της εκάστοτε εποχής.
Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, η πόλη ονομάστηκε Ναύπακτος (ναῦς-πλοίο και πήγνυμι-κατασκευάζω) επειδή στην τοποθεσία της οι Δωριείς, στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ., ναυπήγησαν τα πλοία τους προκειμένου να περάσουν στις απέναντι ακτές της Πελοποννήσου. Στις μεσαιωνικές και μεταγενέστερες ιστορικές πηγές αναφέρεται μεταξύ άλλων και ως Le Pacto, Nepanto και Lepanto για τους Δυτικούς επικυριάρχους της, Έπακτος ή Έπαχτος και τέλος, Inebahti για τους Οθωμανούς.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Τα παλαιότερα ίχνη κατοίκησης στην περιοχή ανάγονται στη 2η χιλιετία π.Χ. Η αρχαία πόλη, στη θέση της σημερινής, ακμάζει μετά τον 5ο αιώνα π.Χ., περίοδο κατά την οποία οχυρώνεται. Η αρχαία οχύρωση περιέκλειε μεγαλύτερη έκταση προς τα ανατολικά από τη μεσαιωνική. Τα αρχαία τείχη σώζονται αποσπασματικά σε διάφορες θέσεις, ενσωματωμένα στα κατώτερα τμήματα των μεταγενέστερων οχυρώσεων. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, τα τείχη της Ναυπάκτου, τα οποία εκτείνονταν έως το λιμάνι, ήταν πολύ ισχυρά και η πόλη αποτέλεσε ορμητήριο των Αθηναίων για τις θαλάσσιες και χερσαίες επιχειρήσεις τους κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.
Τον 4ο αιώνα π.Χ., η Ναύπακτος γίνεται μέλος της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, τον 2ο αιώνα π.Χ., αποδίδεται στην αποικία των Πατρών. Κατά τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας (4ος-7ος αι.), η Ναύπακτος ανήκει στην Επαρχία της Αχαΐας και αποτελεί έδρα επισκοπής. Τον 6ο και τον 7ο αιώνα, οι αβαροσλαβικές επιδρομές, αλλά και φυσικές καταστροφές, όπως ο ισχυρός σεισμός του 551/2, έχουν αντίκτυπο στην έκταση και την ευμάρεια της πόλης και σταδιακά το ανατολικό παραλιακό τμήμα της εγκαταλείπεται.
H πόλη ανακάμπτει μετά τον 10ο αιώνα και γίνεται πρωτεύουσα του θέματος Νικοπόλεως και έδρα μητρόπολης. Λόγω της ιδιαίτερης στρατηγικής της σημασίας, την ίδια περίοδο οικοδομείται το κάστρο στη θέση της αρχαίας ακρόπολης, ενώ η κάτω πόλη και τα προάστια παραμένουν ατείχιστα. Τμήματα της βυζαντινής αυτής οχύρωσης είναι σήμερα ορατά στα ανώτερα διαζώματα του κάστρου. Τον 12ο αιώνα, η Ναύπακτος είναι μια ακμάζουσα πόλη με σημαντική εμπορική δραστηριότητα και οι οχυρώσεις της ενισχύονται. Στην ακρόπολη, στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο της περιοχής, βρίσκεται επίσης ο μητροπολιτικός ναός και το επισκοπείο.
Μετά τη διάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους το 1204, η Ναύπακτος εντάσσεται στο κράτος (Δεσποτάτο) της Ηπείρου. Το 1294 περνά στο βασίλειο της Νεάπολης και στους Ανδεγαυούς (Anjou), ως προίκα της κόρης του Νικηφόρου Α΄ της Ηπείρου Θαμάρ για τον γάμο της με τον Φίλιππο του Τάραντα, o οποίος πραγματοποιεί οχυρωματικά έργα και ιδρύει νομισματοκοπείο στο κάστρο. Ο 14ος αιώνας για την περιοχή είναι μια ταραγμένη ιστορικά εποχή. Τη Ναύπακτο διεκδικούν Καταλανοί, Ιωαννίτες, και Αλβανοί τοπάρχες. Το 1380, το κάστρο κατέχει ο Αλβανός ηγεμόνας της Άρτας Γκίνο Μπούα Σπάτα. Το 1407, η Ναύπακτος περνά στην κυριαρχία των Βενετών.
Την περίοδο της βενετοκρατίας (1407-1499), η Ναύπακτος αποτελεί σημαντικό εμπορικό σταθμό. Οι Βενετοί πραγματοποιούν εκτεταμένα έργα στις οχυρώσεις, στα οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η σημερινή μορφή του κάστρου. Η οχύρωση επεκτείνεται, περικλείοντας την ατείχιστη μέχρι τότε πόλη και το λιμάνι, τα τείχη υψώνονται και ενισχύονται. Παρότι μπόρεσε να αποκρούσει τρεις οθωμανικές επιθέσεις (1462, 1477 και 1485), στις 26 Αυγούστου 1499, η Ναύπακτος, «ο οχυρότατος προμαχώνας του χριστιανικού κόσμου», κυριεύεται από τους Οθωμανούς και γίνεται έδρα σαντζακίου.
Κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων αιώνων οθωμανικής κατοχής παραμένει μια πυκνοκατοικημένη πόλη, στην οποία ανθεί το εμπόριο, και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πλουσιότερες των Βαλκανίων, αποτελεί δε σταθμό για τους κουρσάρους της Βόρειας Αφρικής. Στο κάστρο κατοικούν κυρίως μουσουλμάνοι και ανεγείρονται κτήρια δημόσιου χαρακτήρα, όπως το Φετιχιέ και το Βεζίρ Τζαμί.
Μετά την κατασκευή των φρουρίων του Ρίου και του Αντιρρίου (1499), ο Οθωμανικός στόλος ελλιμενίζεται στη Ναύπακτο όταν πραγματοποιεί επιχειρήσεις στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Το 1571, στις Εχινάδες νήσους, στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, ο Ιερός Συνασπισμός (Sacra Liga) των Καθολικών δυνάμεων της Δύσης νίκησε κατά κράτος τους Οθωμανούς. Η ναυμαχία έμεινε γνωστή ως Ναυμαχία της Ναυπάκτου, καθώς υπήρξε νίκη των χριστιανικών δυνάμεων επί των Οθωμανών στη θάλασσα ιδιαίτερα σημαντική σε συμβολισμό και έφερε το όνομα της πόλης στο προσκήνιο της παγκόσμιας ιστορίας.
Οι Βενετοί, το 1687, ανακαταλαμβάνουν πρόσκαιρα τη Ναύπακτο. Το 1699, με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, η Ναύπακτος επανέρχεται στους Οθωμανούς. Κατά τον 18ο αιώνα, η πόλη παρακμάζει, δεν αποτελεί πλέον σημαντικό εμπορικό κέντρο, ενώ αναβαθμίζεται ο ρόλος της γειτονικής Πάτρας στην οικονομία της περιοχής. Η Ναύπακτος απελευθερώνεται την άνοιξη του 1829, με την παράδοση του κάστρου από τους Οθωμανούς μετά από πολιορκία. Στην πόλη και στα αρχοντικά, που έχουν εγκαταλείψει αποχωρώντας οι μουσουλμάνοι κάτοικοί της, εγκαθίστανται Έλληνες αγωνιστές, κυρίως από το Σούλι.
Στις οχυρώσεις της Ναυπάκτου έχουν πραγματοποιηθεί εκτεταμένα, ειδικά την τελευταία δεκαετία, έργα ανάδειξης και αποκατάστασης από το ΥΠΠΟ (22η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Εφορεία Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδας, Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων).

Το κάστρο της Ναυπάκτου, ένα από τα πλέον καλοδιατηρημένα οχυρωματικά σύνολα στον ελλαδικό χώρο, περικλείει μια έκταση περίπου 175 στρεμμάτων. Οι οχυρώσεις του αποτελούν ένα μνημειακό παλίμψηστο στο οποίο ανιχνεύονται όλες οι ιστορικές περίοδοι της μακραίωνης διαδρομής του. Στο ανώτερο τμήμα του λόφου βρίσκεται η οχυρωμένη ακρόπολη, τα τείχη της οποίας ακολουθούν το ανάγλυφο της κορυφής του. Από το σημείο αυτό ξεκινούν δύο βραχίονες τειχών που κατηφορίζουν προς τη θάλασσα και περιτειχίζουν την πόλη και το πεταλόσχημο λιμάνι.
Τέσσερα διατειχίσματα (εγκάρσια τείχη) διαιρούν το εσωτερικό του κάστρου σε πέντε διαζώματα-αμυντικές ζώνες με ξεχωριστή πύλη το κάθε ένα, που αποκτούν έτσι τη μορφή ανεξάρτητων οχυρώσεων. Οι τρεις ανώτερες αμυντικές ζώνες υπήρξαν ο οχυρός πυρήνας του κάστρου. Εδώ βρίσκονταν τα διοικητικά και στρατιωτικά κτήρια, ενώ διατηρούνται σημαντικά τμήματα της αρχαίας και βυζαντινής οχύρωσης. Σήμερα αποτελούν οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο. Οι δύο κατώτεροι και μεγαλύτεροι σε έκταση περίβολοι-αμυντικές ζώνες, η Άνω και η Κάτω (ή Έσω) πόλη, κατοικούνται μέχρι σήμερα και αποτελούν τον ιστορικό πυρήνα της σύγχρονης πόλης της Ναυπάκτου.
Οι δύο κατώτερες αμυντικές ζώνες οχυρώθηκαν τον 15ο αιώνα, κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, με εκτεταμένη επανάχρηση αρχαίου οικοδομικού υλικού. Η οχύρωση πραγματοποιήθηκε σταδιακά, ενισχύθηκε και βελτιώθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 15ου αιώνα, περίοδο εξάπλωσης του πυροβολικού. Στην τελευταία φάση ενίσχυσής της, λίγο πριν την οθωμανική κατάκτηση, ανήκουν οι ισχυροί πύργοι-προμαχώνες με κολουροκωνική μορφή, με θέσεις πυροβόλων πίσω από τα χαμηλά και παχιά στηθαία (parapetti) στην άνω στάθμη τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο προμαχώνας που προστατεύει την πύλη γνωστή ως «Φαλτσοπόρτι». Στην όψη του διατηρείται ως σήμερα ο ανάγλυφος λέοντας του Αγίου Μάρκου και η χρονολογία 1491, με λατινικούς αριθμούς.
Στη διάρκεια των δύο περιόδων της οθωμανικής κατοχής, οι αλλαγές στην οχυρωματική εξαιτίας της εξέλιξης των πυροβόλων όπλων επέβαλλαν πρόσθετες επεμβάσεις στα τείχη. Στο επιθαλάσσιο τείχος διαμορφώνονται τοξωτά ανοίγματα για την τοποθέτηση κανονιών. Επισκευάζονται και ενισχύονται πολλοί προμαχώνες (προμαχώνας Ρολογιού, προμαχώνας στο δυτικό σκέλος των επιθαλάσσιων τειχών), ενώ παράλληλα κατασκευάζονται νέοι προς ενίσχυση των τειχών (προμαχώνας Δυτικής πύλης, προμαχώνας της πύλης «Φαλτσοπόρτι», προμαχώνας Ντάπια Τσαούς, προμαχώνας Ντάπια Μπότσαρη). Χαρακτηριστικά επίσης είναι τα φυλάκια για σκοπιές που τοποθετούνται πάνω από πύλες του τείχους και σε πύργους.

Tο κάστρο της Ναυπάκτου διέθετε πέντε κύριες πύλες (τέσσερις χερσαίες και μία θαλάσσια), με τις οποίες επικοινωνούσε με την εκτός των τειχών πόλη και τους οδικούς άξονες. Η κύρια είσοδος της πόλης από την πλευρά της θάλασσας ήταν η Βενετική θαλάσσια πύλη. Η Κάτω πόλη είχε δύο χερσαίες πύλες, μία στα δυτικά, που ενισχυόταν με τάφρο και μία στα ανατολικά, γνωστή ως «πύλη των Σαλώνων», που δεν σώζεται σήμερα και βρισκόταν στο τμήμα του τείχους δίπλα στον σημερινό μητροπολιτικό ναό.
Εσωτερικές πύλες επικοινωνίας ανοίγονται στα διατειχίσματα των πέντε διαζωμάτων. Ξεχωρίζει η «Σιδηρόπορτα», πύλη επικοινωνίας μεταξύ των δύο κατώτερων διαζωμάτων, την οποία έκλεινε ξύλινη θύρα με σιδερένια επένδυση.
Η κύρια πρόσβαση στην Άνω πόλη γινόταν από ισχυρή πύλη στα βορειοανατολικά, γνωστή ως «Φαλτσοπόρτι». Την πύλη προστάτευε κυκλικός προμαχώνας της α΄ βενετικής περιόδου, ενώ μεταγενέστερα προστέθηκε ορθογώνιος προμαχώνας από τους Οθωμανούς. Δευτερεύουσα μικρότερη πύλη εισόδου στην Άνω πόλη ανοιγόταν στο δυτικό τείχος. Η κύρια είσοδος στον επάνω περίβολο και την ακρόπολη του κάστρου βρισκόταν στο τρίτο διάζωμα και συγκροτείται από τρεις διαδοχικές πύλες ενισχυμένες με ισχυρά προτειχίσματα. Σήμερα αποτελεί την είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο του κάστρου.

Στο κατώτερο τρίτο διάζωμα, από το οποίο ο επισκέπτης ξεκινά την περιήγηση του στον αρχαιολογικό χώρο του κάστρου, υπάρχει το σύγχρονο κτήριο του φυλακίου-αναψυκτηρίου, καθώς και κατάλοιπα κτισμάτων με αποθηκευτική χρήση και δεξαμενών νερού.
Στην αμέσως κατώτερη αμυντική ζώνη βρίσκονταν σημαντικά κτήρια της εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης της βυζαντινής περιόδου. Ο νεότερος ναός του Προφήτη Ηλία είναι κτισμένος στη θέση μεγάλης τρίκλιτης βασιλικής, πιθανότατα του μητροπολιτικού ναού της Ναυπάκτου, αφιερωμένου στη Θεοτόκο την Ναυπακτιώτισσα. Αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση το 1499 μετατράπηκε σε τζαμί. Βόρεια του ναού, αποκατεστημένο θολοσκέπαστο κτήριο και κατάλοιπα βυζαντινού κτίσματος με τοξωτά ανοίγματα και πλίνθινο διάκοσμο θεωρείται ότι αποτελούν μέρος του συγκροτήματος του επισκοπικού μεγάρου του 12ου-13ου αιώνα. Στα νοτιοανατολικά, αποκατεστημένο κτίσμα που είχε χρήση οπλοθήκης λειτουργεί ως χώρος πληροφόρησης για τους επισκέπτες, με ψηφιακή εφαρμογή για την οχυρωματική της Αιτωλοακαρνανίας και πλούσιο πληροφοριακό υλικό.
Στην ακρόπολη του κάστρου ή «Ίτς Κάλε», στις τέσσερις αποκατεστημένες καμαροσκέπαστες αίθουσες που πιθανώς αποτελούσαν τον πυρήνα του οχυρού βυζαντινού «καταφυγίου», της τελευταίας δηλαδή γραμμής άμυνας των υπερασπιστών του κάστρου, λειτουργεί το Μουσείο Κάστρου Ναυπάκτου. Το μουσείο αναδεικνύει μέσα από τα εκθέματά του την ιστορία της πόλης της Ναυπάκτου από την πρωτοβυζαντινή εποχή έως τον 19ο αιώνα και παράλληλα σκιαγραφεί την καθημερινή ζωή των κατοίκων της την ίδια περίοδο.

Ο παραδοσιακός οικισμός που αναπτύσσεται εντός των τειχών διατηρεί ορατά κατάλοιπα από τη μακρά ιστορία του, κυρίως της οθωμανοκρατίας, ανάμεσα στα σύγχρονα κτίσματα. Μέσα στον πολεοδομικό ιστό διατηρούνται 19 κρήνες της περιόδου. Από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδας έχουν πραγματοποιηθεί έργα ανάδειξης σε 12 από αυτές, όπως και στο Βεζίρ Τζαμί, κτίσμα της οθωμανικής περιόδου στην Άνω πόλη (1701-1702). Το τζαμί σώζεται αποσπασματικά και αποτελούσε τμήμα συγκροτήματος που περιλάμβανε δύο κρήνες, λουτρό και σχολείο. Στο κέντρο του διαζώματος της Άνω πόλης βρίσκεται ο προμαχώνας «Ντάπια Τσαούς». Από τις οικίες ξεχωρίζουν το αρχοντικό-πύργος Μπότσαρη δίπλα στη δυτική πύλη, πιθανώς κατοικία του Οθωμανού διοικητή, και η νεότερη οικία Τζαβέλλα.
Στον ανατολικό βραχίονα του λιμανιού βρίσκεται το Φετιχιέ Τζαμί (τέμενος της Κατάκτησης), το πρώτο τζαμί που ανεγέρθηκε στη Ναύπακτο από τον σουλτάνο Βαγιαζήτ Β΄ αμέσως μετά το 1499 και την κατάκτηση της πόλης. Έχει αποκατασταθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού (Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων) και λειτουργεί ως χώρος περιοδικών εκθέσεων, εκδηλώσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

Το πεταλόσχημο οχυρωμένο ενετικό λιμάνι αποτελεί τοπόσημο και σημείο αναφοράς για την πόλη της Ναυπάκτου. Στα δύο άκρα του λιμανιού κατά την περίοδο της α΄ βενετοκρατίας κατασκευάστηκαν δύο ισχυροί ημικυλινδρικοί προμαχώνες. Σύμφωνα με μαρτυρίες, αλυσίδα ανάμεσά τους έκλεινε την είσοδο του λιμανιού. Οι οχυρώσεις του λιμανιού δέχτηκαν πολλές επεμβάσεις και από τους Οθωμανούς. Το φυλάκιο με την πυραμιδόσχημη στέγη που προστέθηκε στον ανατολικό προμαχώνα (αντίστοιχο υπήρχε και στον δυτικό, ωστόσο δεν σώθηκε) λειτουργούσε ως φάρος. Ο δυτικός προμαχώνας φιλοξενούσε τον 19ο αιώνα τελωνείο.

error: Content is protected !!