Μυστράς
Η καστροπολιτεία του Μυστρά, πρωτεύουσα των βυζαντινών κτήσεων της Πελοποννήσου, ιδρύθηκε και άκμασε οικονομικά, καλλιτεχνικά και πνευματικά τους δύο τελευταίους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Έχει διατηρήσει όλες τις παραμέτρους της αστικής λειτουργίας (ανάκτορα, μονές, συνοικίες, οδούς, ύδρευση κλπ.) χωρίς ουσιαστική αλλοίωση από άνισες σύγχρονες επεμβάσεις, όπως έχει συμβεί στα περισσότερα σημαντικά κέντρα του βυζαντινού κράτους.
Καταλαμβάνει θέση φυσικά οχυρή σε απότομο λόφο που ξεπροβάλλει μπροστά από τις ανατολικές πλαγιές της οροσειράς του Ταϋγέτου. Το απόκρημνο ύψωμα παρέχει πλήρη εποπτεία σε ολόκληρη την πεδιάδα της Σπάρτης και επιπλέον βρίσκεται κοντά στους οδικούς άξονες που συνέδεαν την κεντρική Λακεδαίμονα βόρεια με την Αρκαδία, νότια με τη Μάνη, ανατολικά με την Τσακωνιά και δυτικά με τη Μεσσηνία.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η θέση δεν φαίνεται να κατοικείται πριν τα μέσα του 13ου αιώνα. Το 1249 κτίζεται το κάστρο στην κορυφή του λόφου από τον Φράγκο ηγεμόνα της Πελοποννήσου Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1262, μετά την ήττα των Φράγκων στη Μάχη της Πελαγονίας (1259), το κάστρο του Μυστρά παραχωρείται μαζί με τη Μονεμβασία, το Γεράκι και τη Μεγάλη Μαΐνη, στον βυζαντινό αυτοκράτορα ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του αιχμάλωτου Γουλιέλμου.
Μετά το 1262 και έως τα μέσα του 14ου αιώνα, ο Μυστράς αποτελεί προπύργιο στις εκστρατείες των βυζαντινών εναντίον των Φράγκων για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Την περίοδο αυτή τοποθετείται στον Μυστρά διοικητής (Κεφαλή), αρχικά με ετήσια θητεία. Οι συνεχείς συγκρούσεις οδηγούν τους κατοίκους της γειτονικής πόλης της Σπάρτης στον Μυστρά για να εξασφαλίσουν την προστασία τους. Από τις μετακινήσεις αυτές, σταδιακά, αρχίζει να διαμορφώνεται ο οικισμός στις ανατολικές ομαλές πλαγιές του υψώματος, μετατρέποντας τον αρχικό πυρήνα του κάστρου σε ακρόπολη.
Το 1308, η σημασία του Μυστρά για την αυτοκρατορία έχει αυξηθεί και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος ορίζει μόνιμο διοικητή (επίτροπο) στο κάστρο. Το 1348, ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός τοποθετεί τον γιο του Μανουήλ ως διοικητή στον Μυστρά και ιδρύει Δεσποτάτο, δηλαδή αυτοδιοίκητη επαρχία, αλλά όχι ανεξάρτητη, καθώς αποτελεί τμήμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η περίοδος διακυβέρνησης του Δεσποτάτου από τους Καντακουζηνούς μετατρέπει την πόλη σε σημαντικό πολιτικό και διοικητικό κέντρο με άμεση σύνδεση με την Κωνσταντινούπολη. Οι ιστορικές και πολιτικές συνθήκες της περιόδου διαμορφώνουν τον Μυστρά σε ακμαία και μεγάλης έκτασης πόλη. Αποκτά παλάτι, μεγάλες οικίες για τους αριστοκράτες, εμπορικούς δρόμους για καταστήματα και βιοτεχνικά εργαστήρια, καθώς και εκκλησίες και μονές, μνημεία μοναδικής καλλιτεχνικής αξίας με πλούσιο ζωγραφικό και γλυπτό διάκοσμο.
Το 1384, η διακυβέρνηση του Μυστρά περνά από την οικογένεια των Καντακουζηνών στην οικογένεια των Παλαιολόγων. Στη διαρκώς συρρικνούμενη επικράτεια του βυζαντινού κράτους, μέσα στη γενικότερη παρακμή και ανασφάλεια, ο Μυστράς ανθεί και παραμένει δυναμικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Μέχρι το 1432, οι Παλαιολόγοι κατορθώνουν να ανακαταλάβουν ολόκληρη την Πελοπόννησο. Παράλληλα συνεχίζεται η άνθηση των τεχνών και των γραμμάτων, με κυριότερο εκπρόσωπό της τον φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα (1355/60-1452).
Την περίοδο 1443-1448, Δεσπότης του Μυστρά υπήρξε ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ο μετέπειτα τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας (1448-1453). Στην ηγεσία του Δεσποτάτου τον διαδέχτηκε ο αδερφός του, Δημήτριος Β΄ Παλαιολόγος, ο οποίος το 1460 παραδίδει τον Μυστρά στους Οθωμανούς.
Κατά τη διάρκεια του Α΄ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1463-1479), και συγκεκριμένα το 1464, ο άρχοντας του Ρίμινι Sigismundo Malatesta καταφέρνει να καταλάβει πρόσκαιρα το κάστρο, ενώ αποσπά τα λείψανα του Γεωργίου Γεμιστού για να τα μεταφέρει στην πατρίδα του. Κατά την Α΄ οθωμανική περίοδο (1460-1687), ο Μυστράς αποτελεί έδρα του σαντζακίου της Πελοποννήσου μέχρι το 1540, οπότε αυτή μεταφέρεται στο Ναύπλιο. Παραμένει σημαντική πόλη λόγω της γεωργικής και βιοτεχνικής δραστηριότητας, ενώ αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα παραγωγής και επεξεργασίας μεταξιού στην ανατολική Μεσόγειο. Κατά τη σύντομη περίοδο της βενετικής κυριαρχίας (1687-1715) μετατρέπεται σε έδρα διοικητικού διαμερίσματος (territorio), ενώ παρατηρείται μείωση του πληθυσμού και της παραγωγής. Κατά τη Β΄ οθωμανική περίοδο (1715-1821), ο Μυστράς γίνεται έδρα καζά, ενώ φαίνεται να ανακάμπτει πληθυσμιακά και οικονομικά.
Το 1770, μετά τα Ορλωφικά, αλβανικά στρατεύματα εισβάλλουν στην πόλη και προκαλούν μεγάλες καταστροφές, ενώ για μία σχεδόν δεκαετία λεηλατούν τη Λακωνία. Το 1779 εξοντώνονται από τον οθωμανικό στρατό, ωστόσο ο Μυστράς δεν ανακάμπτει ποτέ από την καταστροφή και η έκταση του περιορίζεται σημαντικά.
Στις 17 Μαρτίου 1821, λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης, οι Οθωμανοί εγκαταλείπουν τον Μυστρά για να καταφύγουν στην Τριπολιτσά και οι Έλληνες τον καταλαμβάνουν χωρίς μάχη. Το 1825, ο στρατός του Ιμπραήμ περνά από την περιοχή της Σπάρτης, τη λεηλατεί και την καταστρέφει. Οι εκτεταμένες καταστροφές, που προξένησαν τα οθωμανικά στρατεύματα, μετατρέπουν τον Μυστρά σε μικρό και αραιοκατοικημένο οικισμό.
Μετά την απελευθέρωση το 1831, το Ελληνικό κράτος επανιδρύει την πόλη της Σπάρτης στην αρχαία θέση της και η πλειονότητα των κατοίκων του Μυστρά μετοικούν σε αυτήν. Την περίοδο αυτή, οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να ενδιαφέρονται εκ νέου για την περιοχή της Σπάρτης και του Μυστρά. Ο Johann Wolfgang Goethe αναφέρεται στον Μυστρά στο έργο του Φάουστ (1808), ενώ συγγράφει την τραγωδία Ελένη (1827), η οποία διαδραματίζεται κατά ένα μέρος στην καστροπολιτεία. Στα τέλη του 19ου αιώνα, Ευρωπαίοι ερευνητές του Βυζαντίου, όπως ο Gabriel Millet, αρχίζουν να επισκέπτονται τον Μυστρά και να πραγματοποιούν τις πρώτες έρευνες και εργασίες συντήρησης στα μνημεία του χώρου.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η «Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία» υπό τον Αδαμάντιο Αδαμαντίου πραγματοποιεί τις πρώτες ελληνικές συστηματικές ανασκαφές στον χώρο, ενώ από το 1930, ο Αναστάσιος Ορλάνδος αναλαμβάνει τις πρώτες αναστηλώσεις. Το 1953 απαλλοτριώνονται οι τελευταίες ιδιοκτησίες του Μυστρά και απομακρύνονται οι εναπομείναντες κάτοικοι ώστε να μετατραπεί εξ ολοκλήρου σε αρχαιολογικό χώρο. Το 1989, ο αρχαιολογικός χώρος εγγράφεται στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, ενώ η μελέτη και οι εργασίες συντήρησης και ανάδειξης των μνημείων και του αρχαιολογικού χώρου συνεχίζονται ως σήμερα.
Η ΚΑΣΤΡΟΠΟΛΙΤΕΙΑ
Ο Μυστράς, ακολουθώντας τη συνήθη διαίρεση σημαντικών αστικών κέντρων της υστεροβυζαντινής περιόδου, χωρίζεται σε τρεις διακριτές οχυρωμένες ζώνες-γραμμές άμυνας. Το τείχος της Κάτω Χώρας, στο κατώτερο τμήμα της βόρειας και ανατολικής πλαγιάς του λόφου, αποτελούσε την πρώτη γραμμή άμυνας της καστροπολιτείας. Τη δεύτερη γραμμή άμυνας αποτελούσε το τείχος που προστάτευε την πρόσβαση στο κάστρο-ακρόπολη και την Άνω Χώρα, στη βορειοανατολική πλαγιά. Το φράγκικο κάστρο στην κορυφή του λόφου ήταν το ισχυρότερο και τελευταίο σημείο άμυνας, η ακρόπολη του οικισμού.
ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΧΩΡΑΣ
Το τείχος που προστάτευε την Κάτω Χώρα αναπτύσσεται στην ομαλή ανατολική κλιτύ του λόφου του Μυστρά, το κατεξοχήν ευπρόσβλητο τμήμα της καστροπολιτείας. Ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους που, λόγω της θέσης του, έχει διατηρηθεί αποσπασματικά. Ξεκινά από τη Μονή της Περιβλέπτου στα νοτιοανατολικά, προχωρά ανατολικά προς τον ναό της Μητρόπολης, τον οποίο και περικλείει, και καταλήγει στη Μονή Βροντοχίου βορειοδυτικά. Η άμυνα του τείχους ενισχυόταν σε όλο το μήκος του με πολυώροφους πύργους μεγάλων διαστάσεων, όπως ο πύργος στη βορειοανατολική γωνία της Μονή Βροντοχίου και αυτός της Μονή Περιβλέπτου, που στέγαζε στην πρώτη στάθμη του τη μοναστηριακή Τράπεζα.
ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΧΩΡΑΣ
Η σημερινή πύλη εισόδου στον αρχαιολογικό χώρο είναι μεταγενέστερη της οχύρωσης, καθώς ανοίχτηκε κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο στο ισόγειο διώροφου πύργου των τειχών.
Η αρχική κύρια πύλη εισόδου της Κάτω Χώρας του Μυστρά δεν σώζεται, θεωρείται ότι βρισκόταν σε μικρή απόσταση από τη σημερινή πύλη του αρχαιολογικού χώρου, κοντά στο μεταγενέστερο χάσμα των τειχών που σήμερα είναι γνωστό ως Πύλη της Μαρμάρας.
Η ΚΑΤΩ ΧΩΡΑ
Στο εσωτερικό της οχύρωσης, δίπλα στη σημερινή πύλη εισόδου, βρίσκεται διώροφο κτηριακό συγκρότημα μεγάλων διαστάσεων -πιθανώς στρατιωτικής χρήσης-, στο ισόγειο του οποίου λειτουργεί το πωλητήριο του αρχαιολογικού χώρου. Από το σημείο αυτό ξεκινά σήμερα ο κεντρικός δρόμος του αρχαιολογικού χώρου, κατευθυνόμενος παράλληλα προς το ανατολικό τείχος μέχρι το κτηριακό συγκρότημα της Μητρόπολης, έδρα της εκκλησιαστικής διοίκησης και κεντρικό σημείο αναφοράς της Κάτω Χώρας.
Το συγκρότημα αυτό περιλαμβάνει τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου που πλαισιωνόταν από βοηθητικά κτήρια, ανάμεσά τους και το επισκοπικό μέγαρο, στο οποίο σήμερα στεγάζεται το μουσείο του αρχαιολογικού χώρου. Ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Δημητρίου αποτελεί τον παλαιότερο ναό της πόλης, καθώς κτίστηκε περίπου το 1270 ως τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και κωδωνοστάσιο. Κατά το β΄ μισό του 15ου αιώνα μετασκευάστηκε βάσει του μεικτού αρχιτεκτονικού τύπου του Μυστρά: παρέμεινε δηλαδή στο ισόγειο βασιλική, ενώ ο όροφος διαμορφώθηκε ως σταυροειδής εγγεγραμμένος. Σύμφωνα με την παράδοση, στον ναό αυτό στέφθηκε ο τελευταίος αυτοκράτορας της βυζαντινής αυτοκρατορίας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος το 1448.
Βορειοδυτικά της Μητρόπολης διατηρείται ο ναός της Ευαγγελίστριας των αρχών του 15ου αιώνα, καθώς και το εκκλησιαστικό συγκρότημα της μονής Βροντοχίου, στο βορειοανατολικό άκρο του τείχους. Η μονή Βροντοχίου κατασκευάστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και αποτελεί το παλαιότερο μοναστικό συγκρότημα του Μυστρά. Το πρώτο της καθολικό ήταν ο ναός των Αγίων Θεοδώρων, που κτίστηκε το 1290-1295 και μετατράπηκε σε κοιμητηριακό παρεκκλήσιο μετά την οικοδόμηση του νέου καθολικού της μονής, του ναού της Παναγίας Οδηγήτριας ή Αφεντικού, το 1310-1320. Το Αφεντικό αποτελεί τον παλαιότερο γνωστό ναό στον οποίο εφαρμόζεται ο μεικτός αρχιτεκτονικός τύπος του Μυστρά. Στο βορειοδυτικό παρεκκλήσιο του νάρθηκά του βρίσκονται οι τάφοι του κτήτορα του ναού μοναχού Παχωμίου και του Δεσπότη Θεόδωρου Α΄ Παλαιολόγου, που πέθανε το 1407. Κατά τον 15ο αιώνα, ο ναός μετατρέπεται σε τζαμί και αργότερα ερειπώνεται. Ο υψηλής ποιότητας ζωγραφικός του διάκοσμος σώζεται αποσπασματικά.
Η Μονή της Παντάνασσας είναι η μοναδική μονή του Μυστρά που βρίσκεται σε λειτουργία και σήμερα. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του Μυστρά και τα βυζαντινά και φράγκικα αρχιτεκτονικά και γλυπτικά στοιχεία της σε συνδυασμό με τον υψηλής ποιότητας εικονογραφικό της διάκοσμο του 15ου αιώνα την καθιστούν ένα από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία του χώρου.
Νοτιοανατολικά του ναού της Παντάνασσας βρίσκεται η Μονή της Περιβλέπτου. Κτίστηκε στα μέσα του 14ου αιώνα από τον πρώτο Δεσπότη του Μυστρά Μανουήλ Καντακουζηνό (1348-1380) και τη σύζυγό του Ισαβέλλα de Lusignan και ορίζει το νοτιοανατολικό άκρο του τείχους της Κάτω Χώρας. Μεταγενέστερα, μικρότερα παρεκκλήσια προστέθηκαν στους εξωτερικούς του τοίχους. Ο εικονογραφικός του διάκοσμος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζωγραφικά σύνολα της βυζαντινής τέχνης. Εκτός από το καθολικό σώζονται ο περίβολος, με την εσωτερική και εξωτερική του πύλη, ο πύργος της Τράπεζας, καθώς και δύο βοηθητικά κτίσματα.
Η Κάτω Χώρα αποτελούσε την πιο πυκνοδομημένη περιοχή του Μυστρά και το μέρος που διεξαγόταν η εμπορική δραστηριότητα. Οι ερειπωμένες οικίες της Κάτω Χώρας αποτελούν μοναδικά δείγματα υστεροβυζαντινής κοσμικής αρχιτεκτονικής στον ελλαδικό χώρο. Ανάμεσα στις σημαντικότερες είναι τα αρχοντικά του Φραγκόπουλου και του Λάσκαρη. Μετά τον 15ο αιώνα, ο οικισμός επεκτείνεται βόρεια της Κάτω Χώρας, εκτός των τειχών, στην περιοχή που ονομάστηκε Έξω πόλη ή Έξω Χώρα.
ΤΕΙΧΟΣ ΆΝΩ ΧΩΡΑΣ
Το τείχος της Άνω Χώρας διαχώριζε για λόγους αμυντικούς το τμήμα του οικισμού που βρίσκεται ψηλά στη βορειανατολική πλαγιά από την ευπρόσβλητη Κάτω Χώρα χαμηλότερα. Οι οχυρώσεις της Άνω Χώρας ξεκινούν δυτικά από την ακρόπολη και συνεχίζουν περικλείοντας το πλάτωμα που βρίσκεται το Παλάτι των Δεσποτών του Μυστρά καταλήγοντας νότια, μετά τη Μονή της Παντάνασσας κοντά στην απόκρημνη πλαγιά του υψώματος.
Τα τείχη στα βόρεια προστατεύουν το μοναδικό σημείο απευθείας προσέγγισης της Άνω Χώρας από εξωτερικές επιθέσεις, όπου και η σημερινή Πάνω Πύλη του αρχαιολογικού χώρου. Στο τμήμα αυτό ενισχύονται με πύργους μεγάλων διαστάσεων ανά τακτά διαστήματα. Χαρακτηριστική είναι η ιδιαίτερα επιμελημένη λίθινη τοιχοποιία στην οποία παρεμβάλλονται σειρές από πλίνθους. Σε όλο το μήκος του τείχους, εσωτερικά και εξωτερικά είναι ορατά οριζόντια αποτυπώματα και οπές από ξυλοδεσιές ή δοκοθήκες για πατώματα από κτήρια που εφάπτονταν των τειχών.
ΠΥΛΕΣ
Οι πύλες εισόδου στην Άνω Χώρα είναι τρεις. Η κεντρική πύλη βρίσκεται στα βόρεια των τειχών και είναι γνωστή ως Πύλη του Ναυπλίου, επειδή σε αυτήν κατέληγε ο δρόμος που συνέδεε τον Μυστρά με το Ναύπλιο. Προστατεύεται από δύο πύργους και προτείχισμα. Μία δεύτερη πύλη, η Πάνω Πύλη, ανοίγεται στο δυτικό τμήμα του βόρειου τείχους και συνέδεε την Άνω Χώρα με το εξωτερικό των τειχών. Σήμερα, αποτελεί τη δεύτερη είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο.
Η επικοινωνία ανάμεσα στην Άνω και την Κάτω Χώρα του Μυστρά γινόταν μέσω της πύλης που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του τείχους και χώριζε τον οικισμό. Πρόκειται για την πύλη κοντά στο συγκρότημα του παλατιού, γνωστή και ως Πύλη της Μονεμβασίας, καθώς εκεί κατέληγε ο δρόμος που συνέδεε τη Μονεμβασία με τον Μυστρά.
Η ΆΝΩ ΧΩΡΑ
Το κεντρικό μνημείο και σημείο αναφοράς της Άνω Χώρας είναι το Παλάτι των Δεσποτών του Μυστρά, έδρα της πολιτικής εξουσίας. Η ανέγερση, διαμόρφωση και σταδιακή επέκταση του ανακτορικού συγκροτήματος πραγματοποιήθηκε από τα τέλη του 13ου έως τον 15ο αιώνα, οπότε και έλαβε τη σημερινή του μορφή, κάτοψης σχήματος Γ. Πιο γνωστά τμήματά του αποτελούν η διώροφη πτέρυγα των Καντακουζηνών (14ος αι.) και η τριώροφη πτέρυγα των Παλαιολόγων (15ος αι.). Στον τελευταίο όροφο της πτέρυγας των Παλαιολόγων ξεχωρίζει η επιμήκης αίθουσα του θρόνου, το Χρυσοτρικλίνιο.
Το Παλάτι των Δεσποτών αποτελεί το μοναδικό βυζαντινό ανακτορικό συγκρότημα που διασώζεται στον ελλαδικό χώρο. Σήμερα είναι αναστηλωμένο και επισκέψιμο. Μπροστά από το παλάτι υπάρχει μεγάλο φυσικό πλάτωμα (Φόρος), το οποίο χρησίμευε για τις συγκεντρώσεις των κατοίκων της πόλης ενώπιον του ηγεμόνα. Από το πλάτωμα διέρχεται η κεντρική οδός της Άνω Χώρας που συνδέει τις δύο πύλες της Μονεμβασίας και του Ναυπλίου.
Κοντά στο Παλάτι βρίσκεται ο ναός της Αγίας Σοφίας, κτισμένος στα μέσα του 14ου αιώνα από τον πρώτο Δεσπότη του Μυστρά Μανουήλ Καντακουζηνό. Υπήρξε καθολικό της Μονής του Ζωοδότη Χριστού, ενώ αργότερα μετατράπηκε σε παρεκκλήσιο του Παλατιού και χώρο ταφής μελών της οικογένειας των Δεσποτών. Σταδιακά προστέθηκαν στον ναό νάρθηκας, παρεκκλήσια, στοές και κωδωνοστάσιο, ενώ, μετά το 1460, μετατράπηκε σε τζαμί από τους Οθωμανούς.
Στην Άνω Χώρα βρίσκεται και ο ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος κτίστηκε στη διάρκεια της Βενετοκρατίας. Διατηρούνται, επίσης, σε αρκετά καλή κατάσταση πολλές κατοικίες μελών της αριστοκρατίας του Μυστρά.
ΑΚΡΟΠΟΛΗ
Η οχυρωμένη ακρόπολη του Μυστρά είναι κτισμένη στην κορυφή του λόφου και δεν βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με τον οικισμό. Προσεγγίζεται μέσω ανηφορικής λιθόστρωτης οδού από τη νοτιοδυτική πλευρά της Άνω Χώρας. Αποτελεί την πρώτη οχύρωση του Μυστρά, που κατασκευάστηκε από τους Φράγκους το 1249. Ωστόσο, από την αρχική της οικοδομική φάση διατηρούνται ελάχιστα ίχνη λόγω των παρεμβάσεων κατά του επόμενους αιώνες. Σημαντικές μετασκευές γίνονται κατά την περίοδο της α΄ οθωμανοκρατίας (1460-1685) προκειμένου να ενισχυθεί η άμυνά της στα πυροβόλα όπλα.
Τα τείχη του κάστρου σχηματίζουν επιμήκη ακανόνιστη κάτοψη, ακολουθώντας το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους, και διαθέτουν ευρύ περίδρομο. Όλες τους οι πλευρές, εκτός από τη δυτική, είναι απρόσιτες, καθώς βρίσκονται πάνω από απόκρημνες πλαγιές και ενισχύονται σε όλη τους την έκταση από πύργους. Εσωτερικά η ακρόπολη διαχωρίζεται από δύο περιβόλους, τον εξωτερικό και τον εσωτερικό.
ΠΥΛΕΣ
Η ακρόπολη διαθέτει μία μόνο πύλη εισόδου, στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών, που οδηγεί στο εσωτερικό του εξωτερικού περιβόλου. Είναι καμαροσκεπής και προστατεύεται από πύργο.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Ο εξωτερικός περίβολος καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση της ακρόπολης. Σε αυτόν είχε εγκατασταθεί η φρουρά κατά την οθωμανική περίοδο. Σήμερα, είναι ορατά τα ερείπια οικιών, αποθηκευτικών χώρων, καθώς και δύο κινστέρνων για τη συλλογή του νερού της βροχής. Στη νοτιοανατολική γωνία του εξωτερικού περιβόλου βρίσκεται ψηλός πύργος, που έχει διαμορφωθεί ως παρατηρητήριο (βίγλα) προς την κοιλάδα του Ευρώτα.
Η είσοδος στον εσωτερικό περίβολο, ο οποίος διαμορφώνεται στο ανώτερο τμήμα της κορυφής του λόφου, γίνεται μέσω τοξωτής πύλης στα βορειοδυτικά. Έχει μικρότερη έκταση από τον εξωτερικό και περικλείει ένα κτήριο μεγάλων διαστάσεων με κινστέρνα στο ισόγειό του, το οποίο ταυτίζεται με την κατοικία του στρατιωτικού διοικητή της ακρόπολης. Στο κέντρο του περιβόλου διατηρείται ένα δίδυμο παρεκκλήσιο μικρών διαστάσεων -πιθανώς αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία. Στη βορειοδυτική πλευρά, στο υψηλότερο σημείο του λόφου, ένας ακόμη πύργος-παρατηρητήριο (βίγλα) επιτηρούσε τις δυτικές πλαγιές του Ταϋγέτου. Βόρεια του παρατηρητηρίου έχει διαμορφωθεί πλάτωμα με ημικυκλικό πύργο/προμαχώνα για επιπλέον προστασία.










