Μπούρτζι

Μπούρτζι

Στην είσοδο του κόλπου του Ναυπλίου, στη βραχονησίδα των Αγίων Θεοδώρων δεσπόζει το μικρό επιθαλάσσιο βενετικό φρούριο Μπούρτζι. Αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα οχυρωματικά έργα στον ελλαδικό χώρο, συμβάλλοντας καθοριστικά στην άμυνα της πόλης για περισσότερα από 350 χρόνια. Σε συνδυασμό με τις οχυρώσεις της Ακροναυπλίας, της Κάτω πόλης και αργότερα του Παλαμηδίου, υπήρξε μέρος ενός ισχυρού και ενιαίου αμυντικού συνόλου εναντίον της οθωμανικής απειλής.
Η θέση του ήταν ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας καθώς εξασφάλιζε -σε συνδυασμό με τον προμαχώνα Πέντε Αδέλφια στη βορειοδυτική πλευρά της Ακροναυπλίας- τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στο λιμάνι της πόλης. Το φρούριο κτίζεται από τους Βενετούς τον 15ο αιώνα και αρχικά το αποκαλούσαν «Castel Pasqualigo» από το όνομα του Προβλεπτή του Ναυπλίου Vittore Pasqualigo. Αργότερα έγινε γνωστό ως «Castello da Mare» (κάστρο της θάλασσας) και «Castello dello scoglio» (κάστρο του βράχου). Η ονομασία «Μπούρτζι» είναι τουρκική (Burdz) και σημαίνει οχύρωμα μέσα στη θάλασσα. Στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 αναφερόταν από τους Έλληνες ως «θαλασσόπυργος» ή «καστέλι».

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, στο νησάκι όπου σήμερα είναι κτισμένο το Μπούρτζι υπήρχε σύμφωνα με την παράδοση εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη των Αγίων Θεοδώρων. Όταν το Ναύπλιο περιέρχεται στα χέρια των Βενετών (Α΄ βενετοκρατία, 1389-1540), οι νέοι κύριοι οχυρώνουν το νησάκι. Οι εργασίες ξεκινούν τον Ιούνιο του 1471, δεν είναι ωστόσο γνωστό πότε ολοκληρώνονται. Αρχικά, αρχιτέκτονας του έργου ορίστηκε ο Antonio Gambello, έναν χρόνο, όμως, αργότερα επέστρεψε στη Βενετία και οι εργασίες συνεχίστηκαν από τον μηχανικό Barbacaleone. Για την ενίσχυση της άμυνας του φρουρίου κατασκευάστηκε περιμετρικά του ένα υποθαλάσσιο οχυρωματικό έργο (Porporella), που αποτελούνταν από ογκόλιθους τοποθετημένους σε κυκλική διάταξη, ώστε να καθίσταται αδύνατη η προσέγγισή του από σκάφη με μεγάλο βύθισμα. Ο τρόπος με τον οποίο υλοποιήθηκε το έργο αυτό υπήρξε ιδιαίτερα ευφυής, καθώς διάταγμα της περιόδου 1480-1515 υποχρέωνε κάθε πλοίο που έμπαινε στο λιμάνι του Ναυπλίου να φέρει μαζί του ένα φορτίο πέτρες και να το ξεφορτώνει στον κυματοθραύστη σε σημείο που του υποδείκνυε ο λιμενάρχης.
Στο διάστημα των τριών αιώνων που μεσολάβησαν έως την Ελληνική Επανάσταση, το φρούριο υφίσταται εκτεταμένες μετατροπές και επεμβάσεις. Ο ρόλος του στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο των Ελλήνων. Εκτεταμένες φθορές έχει υποστεί η νότια πλευρά του -προς την πόλη του Ναυπλίου- λόγω των πυρών που έχει δεχτεί. Στη διάρκεια του Α΄ Εμφυλίου πολέμου (1823-1825), το Μπούρτζι μετατρέπεται σε κέντρο των κυβερνητικών δυνάμεων.
Το φρούριο παρέμεινε σε χρήση ως οχυρό της πόλης ως τα μέσα του 19ου αιώνα και από το 1865 χρησιμοποιείται ως τόπος διαμονής των δημίων των φυλακών του Παλαμηδίου. Σύμφωνα με τον ποινικό νόμο του 1834, οι θανατοποινίτες θα αποκεφαλίζονταν δημόσια με τη χρήση λαιμητόμου, την οποία και έφεραν στο Ναύπλιο από τη Μασσαλία. Οι δήμιοι ήταν κατά κανόνα βαρυποινίτες καταδικασμένοι σε θάνατο που τα δικαστήρια είχαν μετατρέψει την ποινή τους σε ισόβια κάθειρξη. Είχαν ως κατοικία το Μπούρτζι στο οποίο παρέμεναν έγκλειστοι και έβγαιναν μόνο με συνοδεία χωροφυλάκων, όταν επρόκειτο να εκτελεστεί κάποιος κατάδικος.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το Μπούρτζι ανήκε στη Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων του υπουργείου Οικονομικών και εκμισθώθηκε σε ναυπλιώτη επιχειρηματία προκειμένου να το επισκευάσει και να το μετατρέψει σε χώρο παραθερισμού. Το 1935 περιήλθε στον ΕΟΤ και μετατράπηκε σε τουριστικό κέντρο που περιλάμβανε ξενοδοχείο 14 δωματίων και εστιατόριο -εργασία την οποία ανέλαβε ο Γερμανός αρχιτέκτονας Wulf Schaefer. Σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του ως ξενοδοχείο -για περισσότερα από 37 χρόνια- το φρούριο φιλοξένησε σημαντικές διεθνείς προσωπικότητες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η λειτουργία του διακόπηκε. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και έως το 1995 περίπου, στον χώρο λειτουργούσε εστιατόριο και αναψυκτήριο. Σήμερα, μετά τις πρόσφατες εκτενείς εργασίες αποκατάστασής του από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων, έχει ανοίξει και πάλι για το κοινό.

Η κάτοψη του φρουρίου είναι ακανόνιστη και επιμήκης και ο οχυρωματικός του περίβολος καταλαμβάνει όλη την έκταση του νησιού. Τα τείχη θεμελιώνονται απευθείας επάνω στον φυσικό βράχο, ο οποίος διαμορφώθηκε κατάλληλα με λαξεύσεις και επιχώσεις των φυσικών κοιλοτήτων του. Το φρούριο αποτελείται από έναν ογκώδη κεντρικό πύργο και δύο προμαχώνες στα άκρα του. Βόρεια και νότια διαμορφώνονται πύργοι, που προστατεύονται από προτειχίσματα (barbacane). Κάτω από το νότιο barbacane έχουν κατασκευαστεί δύο πυροβολεία.
Από τη νότια πλευρά του φρουρίου ξεκινούσε μεγάλη αλυσίδα που κατέληγε σε τεχνητό βραχίονα κοντά στον προμαχώνα Πέντε Αδέλφια της Kάτω πόλης του Ναυπλίου. Σε περίοδο πολιορκίας, η αλυσίδα υψωνόταν λίγα εκατοστά πάνω από τη θάλασσα, αποτρέποντας τα πλοία να προσεγγίσουν το λιμάνι. Όταν ήταν χαλαρή ακουμπούσε τον βυθό της θάλασσας και η διέλευση των πλοίων γινόταν ελεύθερα. Από αυτή την αλυσίδα, το Ναύπλιο πήρε την ονομασία Porto Cadena και Λιμένας της Αλύσου.

Η πρόσβαση στο φρούριο εξασφαλίζεται μέσω δύο πυλών στη βόρεια και τη νότια πλευρά του. Η βόρεια πύλη -για την πρόσβαση στην οποία κατασκευάστηκε ένας τεχνητός ορμίσκος- διαμορφώνεται σε ορθογώνιο πύργο. Η πρόσβαση γίνεται από διαβατικό με κτιστή θολοσκέπαστη κλίμακα. Επάνω από το διαβατικό βρίσκεται το δωμάτιο που ανήκε στον διοικητή της φρουράς. Η πύλη προστατεύεται από ένα ημικυκλικό προτείχισμα (barbacane), κατασκευασμένο σε λίγο μεταγενέστερη φάση από το υπόλοιπο φρούριο.
Στην νότια πλευρά -προς την πόλη του Ναυπλίου- ανοίγεται μία ακόμη τοξωτή πύλη, που αποτελούσε και την κύρια είσοδο του φρουρίου. Διαμορφώνεται σε πύργο που εξωτερικά είναι ορθογώνιος και εσωτερικά οκταγωνικός. Η πύλη κοσμείται με θυρεό που φέρει το έμβλημα του ναυάρχου Mocenigo και τοποθετήθηκε εκεί από τον W. Schaefer κατά τη διάρκεια των εργασιών της περιόδου 1936-1937. Την ίδια περίοδο κατασκευάστηκε και το παράθυρο πάνω από τον θυρεό, για τον φυσικό φωτισμό του δωματίου πάνω από την πύλη.

Σήμερα το φρούριο έχει αποκατασταθεί πλήρως ως επισκέψιμο μνημείο, διατηρώντας τη μορφή που πήρε όταν μετατράπηκε σε ξενοδοχείο τη δεκαετία του 1930.
Στο υψηλότερο σημείο της νησίδας δεσπόζει ο κεντρικός πύργος. Έχει σχήμα ακανόνιστου εξαγώνου και στο εσωτερικό του διαμορφώνει τέσσερις επάλληλους θολοσκεπείς χώρους. Η μεταξύ τους επικοινωνία, όπως και η πρόσβαση στο δώμα, επιτυγχανόταν με καταπακτή. Στο υπόγειο διαμορφώνεται μία δεξαμενή για τη συγκέντρωση των υδάτων του δώματος μέσω ενός πήλινου αγωγού. Κατά τη μετατροπή του φρουρίου σε ξενοδοχείο, η εξωτερική τοιχοποιία της ανατολικής πλευράς του πύργου κατεδαφίστηκε ώστε να διαμορφωθεί εσωτερικά ως χώρος υποδοχής (reception). Σήμερα, ο χώρος αυτός έχει αποθηκευτική-βοηθητική χρήση.
Ο δυτικός προμαχώνας (πυροβολαρχία ή batteria προς την πλευρά της θάλασσας) αποτελείται από επτά θολωτούς χώρους ημικυκλικά διατεταγμένους και μία στρογγυλή δεξαμενή στο δυτικό του άκρο. Τοξωτές πύλες από έναν διάδρομο, που αρχικά ήταν ασκεπής, επιτρέπουν την είσοδο στους χώρους αυτούς. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ο φωτισμός και ο αερισμός του χώρου, κάθε δωμάτιο φέρει στην κορυφή του θόλου τετράγωνο ή κυκλικό άνοιγμα με λίθινο πλαίσιο και κιγκλίδωμα. Ο δυτικός προμαχώνας σήμερα αποτελεί χώρο όπου θα φιλοξενούνται περιοδικές εκθέσεις του ΥΠΠΟ.
Ο ανατολικός προμαχώνας είναι μικρότερος από τον δυτικό και στο εσωτερικό του διατάσσονται πέντε θολοσκεπή δωμάτια. Ο αρχικά ανοικτός προθάλαμος καλύφθηκε αργότερα με θολωτή κατασκευή, ενώ στο ψηλότερο επίπεδο διαμορφώνεται δώμα. Η πρόσβαση στο εσωτερικό επιτυγχάνεται μέσω τοξωτών θυρών, ενώ στην κορυφή του θόλου κάθε δωματίου υπάρχουν ανοίγματα αντίστοιχα με του δυτικού προμαχώνα για την εξασφάλιση επαρκούς αερισμού και φωτισμού. Σήμερα, ο ανατολικός προμαχώνας έχει μετατραπεί σε πωλητήριο.
Το εσωτερικό του νότιου πύργου διατηρεί σήμερα τη διαρρύθμιση του ως δωμάτιο ξενοδοχείου. Έχει αποκατασταθεί η επίπλωσή του και ο κινητός του εξοπλισμός. Στη νότια πλευρά, κάτω από το barbacane της πύλης, διαμορφώνονται δύο πυροβολεία, που αρχικά ήταν ασκεπή. Το δυτικό έχει μετατραπεί σε εστιατόριο και το ανατολικό σε κουζίνα. Τέλος, τα βόρεια κτήρια, που αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες κατά τη διαμόρφωση του φρουρίου σε ξενοδοχείο (1936-1960), έχουν σήμερα μετατραπεί σε βοηθητικούς χώρους.

error: Content is protected !!