Μονεµβασία

Μονεµβασία

Το κάστρο της Μονεμβασίας είναι κτισμένο βόρεια του ακρωτηρίου Μαλέας, στην ακτή της επαρχίας της Επιδαύρου Λιμήρας, σε βραχώδη χερσόνησο που συνδέεται με τη στεριά μέσω μιας στενής λωρίδας ξηράς. Το δυσπρόσιτο του εδάφους της καστροπολιτείας εξασφάλιζε την αποτελεσματική άμυνά της, καθώς και τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων στο Μυρτώο πέλαγος, αποτελώντας κομβικό σημείο της επικοινωνίας ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση.
Η ονομασία Μονεμβασία προέρχεται από τη μία και μοναδική σύνδεση της καστροπολιτείας με την απέναντι στεριά, την μόνην έμβασιν. Το εντυπωσιακό φυσικό τοπίο της περιοχής, σε συνδυασμό με την ομορφιά της καστροπολιτείας, έχει αποτελέσει κατά καιρούς πηγή έμπνευσης για μια σειρά ονομασιών με τις οποίες αναφέρεται το κάστρο. Οι Ευρωπαίοι αναφέρονται σ’ αυτήν ως Μαλβάζια, από παραφθορά στα λατινικά της ελληνικής λέξης Μονεμβασία. Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα Evliya Çelebi την αποκαλεί Menexe Kalesi (Κάστρο των λουλουδιών) από το πλήθος των λουλουδιών που φύονται σε όλη τη χερσόνησο. Το ιδιαίτερο τοπίο της θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης πολλών λογοτεχνών και κατά τον 20ό αιώνα· ο Νίκος Καζαντζάκης την αποκαλεί «Γιβραλτάρ της Ελλάδας», ο Γιάννης Ρίτσος «Πέτρινο Καράβι», ενώ ο Στρατής Μυριβήλης «Μυστρά που ζει ακόμα».

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Η παλαιότερη οικιστική εγκατάσταση στον βράχο της Μονεμβασίας χρονολογείται στον 6ο αιώνα. Πρόκειται για το μικρό οχυρό στο ψηλότερο πλάτωμα της κορυφής της χερσονήσου, που μεταγενέστερα αποτέλεσε την ακρόπολη της καστροπολιτείας. Κτίστηκε, σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, από τον Ιουστινιανό στο πλαίσιο ενίσχυσης των οχυρώσεων της αυτοκρατορίας.
Κατά τη διάρκεια της ταραγμένης για την Πελοπόννησο περιόδου μεταξύ του 6ου και του 8ου αιώνα, με χαρακτηριστικά της τη συρρίκνωση, τον μετασχηματισμό των αρχαίων πόλεων σε μεσαιωνικά κάστρα και τις επιδρομές, μετακινήσεις και εγκαταστάσεις σλαβικών φύλων, η φυσικά οχυρωμένη θέση του βράχου της Μονεμβασίας λειτούργησε ως καταφύγιο για τον πληθυσμό, κυρίως των κοντινών περιοχών. Ο οικιστικός πυρήνας που δημιουργήθηκε επεκτάθηκε σύντομα και στην Κάτω Πόλη. Τους επόμενους αιώνες, η Μονεμβασία, λόγω της στρατηγικής της θέσης στη Μεσόγειο και του σημαίνοντος ρόλου της ως διαμετακομιστικού κέντρου στο εμπόριο μεταξύ των ιταλικών πόλεων και των λιμανιών του Ευξείνου Πόντου και της ανατολικής Μεσογείου, αποτελεί πύλη επικοινωνίας της δυτικής Ευρώπης με τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Το λιμάνι αποκτά ολοένα αυξημένη σημασία, οι κάτοικοι διακρίνονται για τη ναυτοσύνη τους και της παραχωρούνται προνόμια από τον βυζαντινό αυτοκράτορα όπως φοροελαφρύνσεις και μερική αυτοδιοίκηση.
Εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης, η Μονεμβασία απειλήθηκε από Άραβες και Νορμανδούς, τους οποίους, χάρη στη φυσική της οχύρωση, απέκρουσε με επιτυχία. Το 1248, μετά από μακρά πολιορκία και αφού συμφωνήθηκε η διατήρηση των προνομίων της, η καστροπολιτεία παραδίδεται στον Φράγκο ηγεμόνα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1262, η Μονεμβασία, μαζί με τα κάστρα του Μυστρά, του Γερακίου και της Μεγάλης Μαΐνης, δίνεται στους βυζαντινούς ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του αιχμάλωτου Γουλιέλμου.
Τους δύο αιώνες που ακολουθούν, ανανεώνονται τα προνόμια της πόλης, ευνοώντας τη γεωργική, βιοτεχνική και εμπορική της ανάπτυξη, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως βάση του βυζαντινού στόλου.
Το 1460, oι κάτοικοι της Μονεμβασίας, προκειμένου να αποφύγουν την οθωμανική κατάκτηση, παραδίδουν την πόλη στον Πάπα Πίο Β΄, ενώ το 1463, κατά τη διάρκεια του Α΄ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1463-1479), την παραδίδουν ξανά, αυτή τη φορά στους Βενετούς.
Οι Βενετοί διοικούν την πόλη ως το 1540, οπότε την παραχωρούν στους Οθωμανούς ως αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστησαν κατά τον Γ΄ βενετο-οθωμανικό πόλεμο (1537-1540). Κατά την περίοδο της οθωμανικής διοίκησης, ο πληθυσμός της Μονεμβασίας συρρικνώνεται και η Άνω Πόλη εγκαταλείπεται. Το 1690, στο πλαίσιο του ΣΤ΄ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1684-1699), οι Βενετοί καταλαμβάνουν ξανά την πόλη μετά από μακρόχρονη πολιορκία και αρχίζει μια νέα περίοδος ανάπτυξης. Το 1715, κατά τον Ζ΄ βενετο-οθωμανικό πόλεμο (1714-1718), η Μονεμβασία, όπως και ολόκληρη η Πελοπόννησος, κατακτάται ξανά από τους Οθωμανούς. Το 1770, στη διάρκεια των Ορλωφικών, οι κάτοικοι της Μονεμβασίας εξεγείρονται, αλλά η κίνησή τους καταστέλλεται από τους Οθωμανούς.
Κατά την Επανάσταση του 1821, οι Έλληνες πολιορκούν για περίπου τέσσερις μήνες τη Μονεμβασία και την καταλαμβάνουν στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους. Το κάστρο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης, κυρίως κατά την περίοδο των εμφυλίων πολέμων. Από το 1831 εντάσσεται στο νέο Ελληνικό κράτος.
Σε όλον τον 19ο αιώνα, η Μονεμβασία παραμένει ένας μικρός οικισμός και δεν γίνεται ξανά η ακμαία πόλη των βυζαντινών χρόνων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι περισσότεροι κάτοικοί της μετοικούν στον νέο οικισμό της Γέφυρας, που βρίσκεται στο σημείο εισόδου της χερσονήσου, και η πόλη σχεδόν εγκαταλείπεται. Το 1965, ολόκληρη η χερσόνησος κηρύσσεται ιστορικό διατηρητέο μνημείο και αρχίζει η συστηματική συντήρηση των μνημείων της και η αποκατάσταση των κατοικιών της.

Οι οχυρώσεις της Μονεμβασίας και η πολεοδομική οργάνωση του οικισμού είναι προσαρμοσμένες στη φυσική διαμόρφωση του εδάφους. Κατά τη συνήθη διάταξη των μεσοβυζαντινών και υστεροβυζαντινών πόλεων, η Μονεμβασία διαιρείται σε τρία τμήματα: την ακρόπολη -το κάστρο που καταλαμβάνει τη δυτική άκρη του λόφου και αποτελεί το στρατιωτικό κέντρο, άλλα και τελευταίο καταφύγιο του πληθυσμού σε περίπτωση πολιορκίας- την Άνω Πόλη, που αναπτυσσόταν στο επίπεδο μέρος της κορυφής του λόφου και περιελάμβανε τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και τις αριστοκρατικές κατοικίες, και την Κάτω Πόλη, που είναι κτισμένη στη νοτιοανατολική πλαγιά του λόφου και αποτελείται κυρίως από οικίες ναυτικών και εμπόρων, οι οποίες κατοικούνται ως σήμερα, ενώ εδώ βρίσκονταν και τα εμπορικά καταστήματα της μεσαιωνικής Μονεμβασίας.

Ένα τείχος σχήματος Π περικλείει την Κάτω Πόλη, η βόρεια πλευρά της οποίας παραμένει ατείχιστη, καθώς προστατεύεται από τους απόκρημνους βράχους της χερσονήσου. Η ανατολική και η δυτική πλευρά του τείχους διαμορφώνονται ακολουθώντας την κλίση του εδάφους, ενώ η νότια πλευρά ακολουθεί την ακτογραμμή. Το τείχος έχει τυφεκιοθυρίδες και θέσεις για πυροβόλα όπλα σε όλο το μήκος του, ενώ ενισχύεται με μικρούς προμαχώνες, πύργους και φυλάκια. Σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται ο βορειοανατολικός πύργος του τείχους, που είχε διαμορφωθεί σε κατάλυμα της φρουράς, και οι προμαχώνες στη δυτική, νότια και βορειοανατολική του πλευρά.

Τα κύρια σημεία εισόδου και εξόδου στην Κάτω Πόλη είναι τέσσερα: η κεντρική πύλη στη δυτική πλευρά, μία πύλη προς τη θάλασσα -γνωστή ως «Πορτέλλο»- στη νότια πλευρά του τείχους, μία πύλη στην ανατολική πλευρά και η πύλη από την οποία διέρχεται ο δρόμος που οδηγεί βόρεια, προς την Άνω Πόλη.

Σήμερα, η είσοδος στην καστροπολιτεία της Μονεμβασίας γίνεται από τη μοναδική κεντρική πύλη στα δυτικά, μέσω διαβατικού που ανοίγεται στο μεσαίο τμήμα του τείχους. Η πύλη διαθέτει περίτεχνη ορθομαρμάρωση και προστατεύεται και από μαρμάρινη καταχύστρα. Από εδώ ξεκινά ο κύριος δρόμος της Κάτω Πόλης, που ονομαζόταν Μέση Οδός από τους Βυζαντινούς, ενώ κατά τη Β΄ βενετοκρατία (1675-1715) αποκαλούνταν Αγορά ή Φόρος. Σήμερα έχει μετονομαστεί σε οδό Γιάννη Ρίτσου. Στον δρόμο αυτό διεξάγονταν οι εμπορικές δραστηριότητες των κατοίκων της Μονεμβασίας, ενώ μαγαζιά και εργαστήρια υπήρχαν στα ισόγεια των οικιών σε όλο το μήκος του. Την Κάτω Πόλη διατρέχει και ένας δεύτερος οδικός άξονας, που ξεκινά από τη θαλάσσια πύλη (Πορτέλλο), διέρχεται από την κεντρική πλατεία της εκκλησίας του Ελκόμενου Χριστού, συνεχίζει βόρεια μέσα από τις οικίες και συναντά τον δρόμο που οδηγεί στην Άνω Πόλη.

Από τα πρώτα κτήρια που συναντά κανείς όταν εισέρχεται στην Κάτω Πόλη, αριστερά της Μέσης Οδού, είναι η οικία του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, η οποία πρόκειται να διαμορφωθεί σε μουσείο. Η Μέση Οδός συναντά παρακάτω την κεντρική πλατεία της Κάτω Πόλης. Εδώ βρίσκεται ο μητροπολιτικός ναός του Ελκόμενου Χριστού, που κτίστηκε τον 6ο-7ο αιώνα και ανακαινίστηκε σε μεγάλο βαθμό τον 11ο αιώνα, καθώς και οθωμανικό τζαμί του 16ου αιώνα, στο οποίο σήμερα στεγάζεται η αρχαιολογική συλλογή της πόλης. Η Μέση Οδός καταλήγει στην πύλη του ανατολικού τείχους. Από εκεί, ένα μονοπάτι οδηγεί στον φάρο της Μονεμβασίας, κτισμένο τον 19ο αιώνα σε σημείο με μοναδική θέα.

Το σύνολο των κτηρίων της Κάτω Πόλης παρουσιάζει ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, καθώς, λόγω της στενότητας του χώρου, αλλά και για την καλύτερη οργάνωση της άμυνάς της, είναι κτισμένα πολύ κοντά μεταξύ τους και σε πολλά σημεία συνδέονται με διαβατικά.

Κατά τον 18ο-19ο αιώνα, οι Οθωμανοί, προκειμένου να εκσυγχρονίσουν την άμυνα της πόλης για την αντιμετώπιση επιθέσεων με πυροβόλα όπλα, δημιουργούν κατά μήκος του νότιου τείχους δύο πλατώματα για την παράταξη σε αυτά στρατιωτικών μονάδων, διασπώντας έτσι την πυκνή της δόμηση. Πρόκειται για τη μικρή και τη μεγάλη ντάπια, στη δυτική και την ανατολική πλευρά της πόλης, αντίστοιχα. Στο πλάτωμα της μεγάλης ντάπιας βρίσκεται εκκλησία του 16ου αιώνα, αφιερωμένη στην Παναγία Χρυσαφίτισσα. Συνολικά, στην Κάτω Πόλη διασώζονται 26 εκκλησίες, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα ή Κρητικιά και ο Άγιος Νικόλαος, που χρονολογούνται στην Β’ Βενετοκρατία, καθώς και η Παναγία η Χρυσαφίτισσα του 16ου αιώνα.

Η Άνω Πόλη περιβάλλεται από ισχυρό τείχος με πύργους μικρού μεγέθους, κυρίως στη νότια και σε τμήμα της βόρειας πλευράς της, με τα παλαιότερα τμήματά του να χρονολογούνται ήδη στον 6ο αιώνα. Η οχύρωση δεν είναι συνεχής, καθώς σε ορισμένα σημεία αντικαθίσταται από τον φυσικό βράχο. Η βόρεια πλευρά του τείχους της Άνω Πόλης είναι γνωστή ως Mura Rossa, ονομασία που του αποδόθηκε από τους Βενετούς λόγω του κοκκινωπού κονιάματος στην όψη του.

Η επικοινωνία μεταξύ της Άνω και της Κάτω Πόλης επιτυγχάνεται μέσω ελικοειδούς λιθόστρωτου μονοπατιού. Το μονοπάτι αυτό, γνωστό ως «Βόλτες», περιβάλλεται από ψηλά τειχία, που φέρουν σε ορισμένα σημεία επάλξεις και καταχύστρες για την προστασία των διερχομένων σε περίπτωση πολιορκίας. Το μονοπάτι καταλήγει στη μοναδική σήμερα πύλη της Άνω Πόλης, που ανοίγεται στη νότια πλευρά της.

Η κεντρική πύλη εισόδου στην Άνω Πόλη βρίσκεται στη νότια πλευρά των τειχών και ανοίγεται στη δυτική πλευρά μεγάλου κτηριακού συγκροτήματος, το οποίο διατάσσεται σε δύο στάθμες και είχε κυρίαρχο ρόλο στην άμυνα της Μονεμβασίας. Διαθέτει επιμέρους χώρους για χρήση από τη φρουρά και η σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα των επάλληλων οικοδομικών επεμβάσεων των διαφορετικών κυρίων της πόλης.

Η πύλη διατηρεί ως σήμερα τις αυθεντικές ξύλινες θύρες της, καθώς και περίτεχνη λίθινη διακόσμηση και τοξωτό υπέρθυρο. Η πρόσβαση στο εσωτερικό της Άνω Πόλης επιτυγχάνεται μέσω επιμηκών θολοσκέπαστων δρομικών, γύρω από τα οποία αναπτύσσονται χώροι ποικίλων χρήσεων. Συγκεκριμένα, σε έναν από αυτούς έχει εντοπιστεί κόγχη μιχράμπ και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως μουσουλμανικό τέμενος κατά την περίοδο της Ά οθωμανοκρατίας (1675-1715), ενώ άλλος χώρος χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή. Υπάρχουν, ακόμη, δύο κινστέρνες και ένας δίκλιτος ναός της υστεροβυζαντινής περιόδου (13ος-15ος αι.), που παραμένει αταύτιστος. Κατά τη Β΄ περίοδο της οθωμανοκρατίας (1715-1821), ο ναός πρέπει να είχε εγκαταλειφθεί, καθώς προσαρτήθηκε στον νότιο τοίχο του ημικυκλική κατασκευή που χρησίμευε ως φυλάκιο και φράχθηκε το Ιερό Βήμα με εγκάρσιο τοίχο.

Ο όροφος του συγκροτήματος της πύλης στη σημερινή του μορφή περιλαμβάνει ένα ορθογώνιο κτήριο που αποτελείται από τρεις θολωτούς χώρους, οι οποίοι στην οροφή τους διαμορφώνονται σε προμαχώνα με άνοιγμα κανονιοθυρίδας. Το κτήριο αυτό ήταν σε χρήση μέχρι το 1831. Η σύγχρονη έρευνα αποκάλυψε ότι στον όροφο υπήρχαν και άλλοι χώροι, με στρατιωτική και αποθηκευτική χρήση, οι οποίοι δεν σώζονται ακέραιοι.

Μία ακόμα πύλη, η οποία σφραγίστηκε με τείχος από τους Οθωμανούς κατά τον 16ο αιώνα, ανοιγόταν στη βόρεια πλευρά των τειχών της Άνω Πόλης

Αμέσως μετά την πύλη έχει διαμορφωθεί ευρύ πλάτωμα για την τοποθέτηση κανονιών και την ανάπτυξη στρατευμάτων. Στο πλάτωμα αυτό βρίσκεται και μικρός αταύτιστος υστεροβυζαντινός ναός (13ος-15ος αι.). Στα δυτικά του πλατώματος εντοπίζεται μεγάλη διώροφη οικοδομή -οικία του Βενετού διοικητή της Μονεμβασίας από το 1510 έως το 1512, Sebastiano Renier. Στο μαρμάρινο στόμιο της δεξαμενής της διατηρείται το οικόσημό του.

Το σημαντικότερο μνημείο της Άνω Πόλης και το μοναδικό που διατηρείται ακέραιο μέχρι σήμερα βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά της. Πρόκειται για την εκκλησία της Αγίας Σοφίας ή της Παναγίας της Οδηγήτριας του 12ου αιώνα, η οποία ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς οκταγωνικού ναού και διακρίνεται για τον αρχιτεκτονικό και ζωγραφικό της διάκοσμο. Κατά τις δύο περιόδους της βενετοκρατίας στη Μονεμβασία (1463-1540 και 1690-1715) λειτουργούσε ως καθολική μονή αφιερωμένη στη Madonna del Castello και Madonna del Carmine, αντίστοιχα. Τον 16ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας μετατράπηκε σε τζαμί.

Ανάμεσα στα ερείπια της Άνω Πόλης διατηρούνται δύο αναστηλωμένες οικίες (οικίες 70 και 71), τρεις μεγάλες δεξαμενές για τη συλλογή βρόχινου νερού (Κάτεργο/Galeazza, Καράβι/Galera και Κερατσίνι/Bastarda), ένα οθωμανικό μαυσωλείο και ένα λουτρό.

Σε μικρή απόσταση δυτικά της Άνω Πόλης, στο υψηλότερο σημείο της Μονεμβασίας είναι κτισμένη η ακρόπολη. Θεωρείται ότι αποτελεί την πρώτη οχύρωση της χερσονήσου που έγινε από τους κατοίκους της Σπάρτης τον 6ο αιώνα και αργότερα, με την επέκταση του οικισμού, μετατράπηκε από κάστρο σε ακρόπολη. Το οχυρό σχηματίζει τραπεζιόσχημη κάτοψη και ενισχύεται από τετράγωνους πύργους σε κάθε γωνία του. Στη βορειοανατολική γωνία του κτίζεται ένας ογκώδης κυκλικός πύργος, ο οποίος λειτουργούσε ως παρατηρητήριο (βίγλα), ενώ στη νοτιοανατολική γωνία κτίζεται κατά τα τέλη του 17ου αιώνα από τους Βενετούς ορθογώνιο κτήριο μεγάλων διαστάσεων, που λειτούργησε ως πυριτιδαποθήκη.

error: Content is protected !!