Μεθώνη

Μεθώνη

Το επιβλητικό παραθαλάσσιο κάστρο της Μεθώνης οχυρώνει μια στενή λωρίδα ξηράς που εισχωρεί στη θάλασσα στο νοτιότερο άκρο της δυτικής Πελοποννήσου. Η μικρή χερσονησίδα και τα νησιά της Σαπιέντζας και της Σχίζας προστατεύουν το φυσικό αγκυροβόλιο στον μικρό όρμο που διαμορφώνεται στα ανατολικά του κάστρου. Το φημισμένο λιμάνι της Μεθώνης υπήρξε στρατηγικής σημασίας σταθμός για τις θαλάσσιες οδούς ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Άκμασε ως βενετική κτήση ανάμεσα στον 13ο και τον 15ο αιώνα και από κοινού με τη γειτονική Κορώνη χαρακτηρίστηκαν ως οι κύριοι οφθαλμοί της Βενετίας (oculi capitales Communis Veneciarum) στην Ανατολή.
Η θέση του κάστρου κατοικήθηκε από την αρχαιότητα. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, η Μεθώνη διέθετε μικρή φρουρά και αδύναμα τείχη, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη. Στη διάρκεια της πολεμικής αναμέτρησης μεταξύ του Οκταβιανού Αυγούστου και του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, ο στρατηγός Αγρίππας καταλαμβάνει τη Μεθώνη το 31 π.Χ. μετά από πολιορκία. Μετά τον 2ο αιώνα, η Μεθώνη αποκτά σχετική αυτονομία και κόβει νομίσματα, σε ορισμένα από τα οποία απεικονίζεται το λιμάνι της. Το 365 καταστρέφεται από ισχυρό σεισμό, τον οποίο ακολούθησε μεγάλο παλιρροϊκό κύμα.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Το επιβλητικό παραθαλάσσιο κάστρο της Μεθώνης οχυρώνει μια στενή λωρίδα ξηράς που εισχωρεί στη θάλασσα στο νοτιότερο άκρο της δυτικής Πελοποννήσου. Η μικρή χερσονησίδα και τα νησιά της Σαπιέντζας και της Σχίζας προστατεύουν το φυσικό αγκυροβόλιο στον μικρό όρμο που διαμορφώνεται στα ανατολικά του κάστρου. Το φημισμένο λιμάνι της Μεθώνης υπήρξε στρατηγικής σημασίας σταθμός για τις θαλάσσιες οδούς ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Άκμασε ως βενετική κτήση ανάμεσα στον 13ο και τον 15ο αιώνα και από κοινού με τη γειτονική Κορώνη χαρακτηρίστηκαν ως οι κύριοι οφθαλμοί της Βενετίας (oculi capitales Communis Veneciarum) στην Ανατολή.
Η θέση του κάστρου κατοικήθηκε από την αρχαιότητα. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, η Μεθώνη διέθετε μικρή φρουρά και αδύναμα τείχη, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη. Στη διάρκεια της πολεμικής αναμέτρησης μεταξύ του Οκταβιανού Αυγούστου και του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, ο στρατηγός Αγρίππας καταλαμβάνει τη Μεθώνη το 31 π.Χ. μετά από πολιορκία. Μετά τον 2ο αιώνα, η Μεθώνη αποκτά σχετική αυτονομία και κόβει νομίσματα, σε ορισμένα από τα οποία απεικονίζεται το λιμάνι της. Το 365 καταστρέφεται από ισχυρό σεισμό, τον οποίο ακολούθησε μεγάλο παλιρροϊκό κύμα.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο αποτελεί εμπορικό κέντρο και σταθμό ανεφοδιασμού στη θαλάσσια διαδρομή από τη Δύση προς την ανατολική Μεσόγειο, παραμένει ωστόσο δευτερεύον περιφερειακό λιμάνι και ορμητήριο πειρατών, σύμφωνα με τις λιγοστές αναφορές σε γραπτές πηγές της εποχής. Συμπεριλαμβανόταν στα μέρη της αυτοκρατορίας που οι Βενετοί μπορούσαν να εμπορεύονται ελεύθερα, χωρίς δασμούς. Η γεωγραφική της θέση και η αυξανόμενη σημασία της προσελκύει συχνά επιδρομείς, κυρίως από την Ιταλική χερσόνησο. Η Μεθώνη λεηλατείται και ισοπεδώνεται το 1125 και το 1171 από τους Βενετούς, το 1147 από τον Νορμανδό βασιλιά της Σικελίας Ρογήρο Β΄ και το 1199 από τον Γενουάτη πειρατή Leone Vetrano.
To 1206-1207, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Ιππότες της Δ΄ Σταυροφορίας και την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι Βενετοί με τον στόλο τους καταλαμβάνουν τη Μεθώνη και καταστρέφουν το κάστρο, εκδιώκοντας τους Φράγκους που το κατείχαν από το 1205. Το 1209, με τη Συνθήκη της Σαπιέντζας, ανάμεσα στη Φράγκικη ηγεμονία της Αχαΐας και το Βενετικό κράτος, κατοχυρώνονται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Βενετίας στα δύο κάστρα της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, τα «Μοθωκόρωνα», σφραγίζοντας την κοινή ιστορική τους πορεία.
Οι τρεις αιώνες βενετικής κυριαρχίας που ακολουθούν υπήρξαν περίοδος μεγάλης ακμής για τη Μεθώνη. Οι οχυρώσεις του κάστρου, κατεστραμμένες από τις επιδρομές των δύο τελευταίων αιώνων, επισκευάζονται και αναδιαμορφώνονται από τους Βενετούς. Το λιμάνι αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο ως κύριος σταθμός και εξέχουσας γεωπολιτικής σημασίας κόμβος στους θαλάσσιους δρόμους του βενετικού εμπορίου, του σημαντικότερου δικτύου της εποχής πριν την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου. Αποτελεί υποχρεωτική στάση προϊόντων και ανθρώπων που κινούνται ανάμεσα στη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και τη Βόρεια Ευρώπη. Προσκυνητές από τη Δύση στους Αγίους Τόπους, ευγενείς και αξιωματούχοι, αλλά και οι ίδιοι οι τελευταίοι βυζαντινοί αυτοκράτορες όταν αναζητούν μάταια στη Δύση βοήθεια απέναντι στην οθωμανική απειλή, πραγματοποιούν στάση στη Μεθώνη για ανεφοδιασμό και επισκευές στα πλοία τους.

Το 1500, η κομβική για τα συμφέροντα των Βενετών αποικία πέφτει στα χέρια των Οθωμανών μετά από μακρά πολιορκία, την οποία ακολουθούν μεγάλη λεηλασία και σφαγή. Τμήμα των κατοίκων καταφεύγει στα Επτάνησα και ο οικισμός ερημώνει. Προκειμένου να ενισχυθεί δημογραφικά η Μεθώνη μεταφέρεται πληθυσμός από άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Ως οθωμανικό πλέον οχυρό και λιμάνι χάνει τον κεντρικό ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο που διέθετε ως βενετική αποικία και η περίοδος μεγάλης ακμής της πόλης τελειώνει οριστικά.
Το 1686, οι Βενετοί ανακτούν τη Μεθώνη και την κρατούν για 30 χρόνια, μέχρι το 1715, οπότε καταλαμβάνεται εκ νέου από τους Οθωμανούς. Κατά τη δεύτερη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, η Μεθώνη αποτελεί μια σχεδόν ασήμαντη πολίχνη, το κάστρο της, ωστόσο, διαθέτει φρουρά και διατηρεί την αμυντική του ικανότητα. Αποκρούει επίθεση των ρωσικών στρατευμάτων των Ορλώφ και αποτελεί καταφύγιο για τον μουσουλμανικό πληθυσμό της περιοχής μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821. Στη Μεθώνη αποβιβάζεται το 1825 και εγκαθιστά το αρχηγείο του ο Ιμπραήμ, επικεφαλής τουρκοαιγυπτιακού στρατεύματος, προκειμένου να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση.
Μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1828, οι Οθωμανοί παραδίδουν το κάστρο στον στρατηγό Maison, επικεφαλής του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος. Οι Γάλλοι πραγματοποιούν εργασίες στο κάστρο και σχεδιάζουν νέο οικισμό εκτός των τειχών, στη θέση που υπήρχε ήδη από την Α΄ βενετοκρατία το προάστιο (borgo). Ο οικισμός του κάστρου διαλύεται και το οικοδομικό του υλικό χρησιμοποιείται στην ανοικοδόμηση των νέων σπιτιών. Το κάστρο έπαψε να έχει στρατιωτική χρήση μετά τα μέσα του 19ου αιώνα και πιθανώς εγκαταλείφθηκε, μαρτυρείται ωστόσο ότι φιλοξένησε πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσε βάση των ιταλογερμανικών δυνάμεων κατοχής και υπέστη βομβαρδισμό από τους συμμάχους, με αποτέλεσμα σημαντικές ζημιές στα δυτικά τείχη του.

Στα τείχη του κάστρου της Μεθώνης αποτυπώνεται η μακρά ιστορική διαδρομή, οι καταστροφικές επιδρομές, οι πολιορκίες και οι διαδοχικοί επικυρίαρχοι της παραλιακής πόλης. Σε πολλά σημεία των τειχών διατηρείται το έμβλημα της Βενετίας, ο λέοντας του προστάτη αγίου της Ευαγγελιστή Μάρκου και οικόσημα διοικητών που ήταν υπεύθυνοι για την επισκευή ή την οικοδόμηση των οχυρώσεων.
Η σημερινή μορφή του κάστρου είναι κατά κύριο λόγο αποτέλεσμα οικοδομικών φάσεων και μετασκευών από τον 13ο έως και τις αρχές του 18ου αιώνα. Αρχαιολογικά, ωστόσο, τεκμηριώνεται ότι η αρχαία, ρωμαϊκή και βυζαντινή Μεθώνη βρισκόταν στη θέση του σημερινού ενετικού κάστρου. Οι παλαιότερες του 13ου αιώνα οχυρώσεις διατηρούνται σποραδικά και κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους πολύ αποσπασματικά, ενσωματωμένες κυρίως στις μεταγενέστερες μετασκευές και ενισχύσεις που πραγματοποίησαν οι Βενετοί.
Το κάστρο καλύπτει μια έκταση περίπου 93 στρεμμάτων και διαθέτει στα βόρεια τάφρο που το αποκόπτει από την ξηρά. Είναι χωρισμένο με διατείχισμα (εγκάρσιο τείχος) σε δύο άνισα τμήματα: το νότιο και μεγαλύτερο περιβάλλεται από ένα απλό θαλάσσιο τείχος με πύργους σε τακτά διαστήματα και περιέκλειε τον οικισμό, ενώ το βόρειο, στο μοναδικό προσβάσιμο σημείο από την ξηρά, αποτελούσε μία ισχυρά οχυρωμένη ακρόπολη όπου έδρευε ο εκάστοτε στρατιωτικός διοικητής.
H ναυτική υπεροπλία της Βενετίας καθόρισε τον γενικό σχεδιασμό των οχυρώσεων, αφού η θάλασσα θεωρούνταν πάντα ως το φιλικό στοιχείο και η αμυντική προσπάθεια επικεντρώθηκε προς την πλευρά της ξηράς. Για τον λόγο αυτό, ο νότιος περίβολος δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από τη μορφή που απέκτησε μεταξύ του 13ου και του 15ου αιώνα.

Στην ακρόπολη, στον βόρειο περίβολο δηλαδή του κάστρου, αναπτύσσονται τα σημαντικότερα αμυντικά έργα από το β΄ μισό του 15ου αιώνα έως τις αρχές του 18ου αιώνα, προκειμένου να ανταπεξέλθει σε πολιορκία με πυροβόλα όπλα και να προσαρμοστεί στις εξελίξεις της οχυρωματικής. Τα τείχη ενισχύονται εσωτερικά ή εξωτερικά προκειμένου να αντέξουν στα βλήματα των κανονιών, οι μεσαιωνικές επάλξεις και τοξοθυρίδες αντικαθίστανται από ευθύγραμμο παραπέτο, κανονιοθυρίδες και τυφεκιοθυρίδες, ενώ ο περίδρομος των τειχών διαμορφώνεται σε «πλατεία» για κανόνια και εδράζεται σε σειρά από καμάρες.
Την άμυνα του κάστρου προς την πλευρά της ξηράς συμπληρώνουν τρεις ισχυροί προμαχώνες, διαταγμένοι στα δύο άκρα της τάφρου και στη βορειότερη απόληξη των τειχών της ακρόπολης. Ο παλαιότερος είναι ο προμαχώνας Bembo, που κατασκευάστηκε κατά την περίοδο της Α΄ βενετοκρατίας, τον 15ο αιώνα. Ο προμαχώνας στο ανατολικό άκρο της τάφρου ονομάζεται προμαχώνας Loredan, από τον Βενετό στρατιωτικό διοικητή της Πελοποννήσου Antonio Loredan. Ολοκληρώθηκε μαζί με τον δυτικό προμαχώνα μεταξύ των ετών 1714-1715, σε σχέδια του μηχανικού Antonio Giancix. Προτείχισμα ενισχύει την ευάλωτη σε επιθέσεις πλευρά της ακρόπολης ανάμεσα στους προμαχώνες Bembo και Loredan. Πρόκειται για τείχος χαμηλότερου ύψους μπροστά από τον κυρίως περίβολο. Το προτείχισμα κατασκευάστηκε τον 15ο αιώνα και απέκτησε τη σημερινή μορφή του κατά τη Β΄ βενετοκρατία μετά την προσθήκη του προμαχώνα Loredan.
Η μεγάλη τάφρος που χωρίζει το κάστρο από την ξηρά περιβάλει εξωτερικά την ακρόπολη και ενισχύει την άμυνά της. Τα πρώτα σημαντικά έργα για τη διαμόρφωση της τάφρου πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 15ου αιώνα. Τη σημερινή της μορφή απέκτησε κατά τη Β΄ βενετοκρατία. Την τάφρο διασχίζει λιθόκτιστη γέφυρα πάνω σε 14 τόξα, τα οποία κατασκευάστηκαν από το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα μετά το 1828. Μέχρι τότε η γέφυρα διέθετε ξύλινο κατάστρωμα, το οποίο μπορούσε εύκολα να καταστραφεί σε περίπτωση πολιορκίας και να αποκόψει την πρόσβαση στο κάστρο.

Ο επισκέπτης του κάστρου, αφού έχει διασχίσει την τάφρο πάνω στη γέφυρα, φτάνει στην κεντρική πύλη του κάστρου, η οποία κατασκευάστηκε περίπου το 1714 από τους Βενετούς. Η πύλη, περίτεχνα διακοσμημένη, ανοίγεται στο μέσον περίπου του προτειχίσματος και οδηγεί στον προστατευμένο διάδρομο που διαμορφώνεται ανάμεσα στο προτείχισμα και το κυρίως τείχος. Ο διάδρομος καταλήγει στην πύλη ενός μικρού οχυρού περιβόλου που προστάτευε την Πύλη της ξηράς ή Porta di Terra Ferma, την πύλη δηλαδή που ανοίγεται στον νότιο περίβολο του κάστρου από την πλευρά της ξηράς.
Το κάστρο διέθετε τρεις ακόμη πύλες στην πλευρά του λιμανιού της πόλης: την ανατολική πύλη ή Porta Stoppa, την Πύλη του λιμανιού ή Porta del Mandracchio, και τη νότια πύλη («Πύλη της θάλασσας») ή Porta di San Marco.

Η Πύλη της ξηράς οδηγεί στη «μεγάλη πλατεία των όπλων» (Piazza d’Armi Grande) που συγκέντρωνε την κοινωνική και οικονομική ζωή. Εδώ βρίσκεται η λεγόμενη «στήλη του Morosini», ρωμαϊκός κίονας από κόκκινο γρανίτη, επάνω στον οποίο ήταν πιθανώς τοποθετημένος ο λέοντας του Αγίου Μάρκου, το έμβλημα της Βενετίας. Παρόμοια στήλη απαντά στην ίδια τη Βενετία, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κοντά στη μεγάλη πλατεία βρίσκεται ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ο μοναδικός ναός του κάστρου που έχει διατηρηθεί ακέραιος, κτίσμα πιθανώς της Β΄ βενετοκρατίας (1685-1715).
Η βόρεια πλευρά της πλατείας ορίζεται από το εγκάρσιο τείχος (διατείχισμα), που χώριζε την πόλη από τον βόρειο περίβολο-ακρόπολη. Στο δυτικό άκρο του τείχους βρίσκεται μικρή πυριτιδαποθήκη με χαρακτηριστική πυραμιδόσχημη στέγη, της Β΄ βενετοκρατίας (1686-1715). Το εγκάρσιο τείχος, όπως και η πύλη που ανοίγεται στο ισόγειο του κεντρικού πύργου του, αποτελεί τη μοναδική πρόσβαση στην ακρόπολη (Ιτς Καλέ, εσωτερικό φρούριο για τους Οθωμανούς) και χρονολογείται στην περίοδο της Α΄ οθωμανοκρατίας. Μέσα στην ακρόπολη δεν σώζονται σήμερα κτίσματα, με εξαίρεση ορθογώνιο κτήριο, πιθανώς πυριτιδαποθήκη της Β΄ οθωμανικής περιόδου (1715-1828).
Ελάχιστα κτίσματα διατηρούνται στον χώρο του νότιου περιβόλου που άλλοτε καταλάμβανε ο πυκνοκατοικημένος οικισμός της Μεθώνης. Κατά μήκος του κεντρικού άξονα, στον οποίο κάποτε βρίσκονταν εμπορικά καταστήματα, καπηλειά και εργαστήρια του οικισμού, διατηρούνται δύο συγκροτήματα οθωμανικών λουτρών. Εγκάρσιοι δρόμοι ξεκινούν από την κεντρική αρτηρία και οδηγούν προς το λιμάνι στα ανατολικά. Στην απόληξή τους ανοίγονται δύο πύλες του λιμανιού, η Porta Stoppa και η Porta del Mandracchio. Κοντά στην τελευταία σώζονται τα χαμηλά ερείπια του μεγάλου ναού του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, καθεδρικού ναού της Μεθώνης. Ο ναός, ο οποίος αποτελούσε αρχικά την έδρα του ορθόδοξου επισκόπου και μετά το 1209 του καθολικού επισκόπου Μεθώνης, μετατράπηκε κατά την περίοδο της oθωμανοκρατίας σε τζαμί. Στο τζαμί ανήκει η βάση του μιναρέ που αποτελεί το μόνο ευδιάκριτο σήμερα τμήμα του κτηρίου στη νοτιοδυτική γωνία του ναού.
Η κεντρική αρτηρία καταλήγει στη δεύτερη μεγαλύτερη πλατεία του κάστρου, την «πλατεία των όπλων» (Piazza d’Armi), και στην επιβλητική νότια Πύλη της θάλασσας (Porta di San Marco). Κοντά στην Πύλη της θάλασσας, στη νοτιοανατολική πλευρά των τειχών, υψώνεται ο εντυπωσιακός, αποκατεστημένος σήμερα, πύργος που δέσποζε στο λιμάνι της Μεθώνης. Ο μεσαιωνικός λιμενοβραχίονας ξεκινούσε από την Πύλη της θάλασσας και στη συνέχεια στρεφόταν προς βορρά, ακολουθώντας πορεία παράλληλη με το ανατολικό τείχος.

Από την Πύλη της θάλασσας, ο επισκέπτης φτάνει στο νοτιότερο άκρο του κάστρου, το Μπούρτζι. Το επιθαλάσσιο οκταγωνικό οχυρό επάνω στη μικρή βραχονησίδα χρονολογείται από την περίοδο της Α΄ οθωμανοκρατίας (1500-1686). Το Μπούρτζι λειτούργησε ως έδρα φρουράς, φάρος, φυλακή και καταφύγιο σε περιόδους πολιορκίας, ενώ αποτελεί εμβληματική εικόνα για το κάστρο και σημείο αναφοράς για τη Μεθώνη.

error: Content is protected !!