Μαργαρίτι

Μαργαρίτι

Το οθωμανικό κάστρο του Μαργαριτίου είναι κτισμένο σε χαμηλό λόφο νότια του σύγχρονου οικισμού, σε απόσταση 27 χιλιομέτρων από την πόλη της Ηγουμενίτσας. Πρόκειται για μικρό οχυρό που κατασκευάστηκε από τους Οθωμανούς περίπου το 1549 προκειμένου να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους εναντίον των Βενετών, που κατείχαν τα παράλια και την πόλη της Πάργας.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Το 1571 συνασπισμένες δυνάμεις Βενετών, Κερκυραίων και στρατού από την Πάργα και την Παραμυθιά υπό τον Πάολο Ορσίνι καταλαμβάνουν και καταστρέφουν το κάστρο ως αντίποινα για την επιθετική δράση της φρουράς του Μαργαριτίου εναντίον της Πάργας. Μετά τη συνθήκη ειρήνης του 1573, η Πάργα παραμένει στα χέρια των Βενετών, ενώ το Μαργαρίτι παραμένει στους Οθωμανούς, οι οποίοι στη συνέχεια το ανακατασκευάζουν.
Κατά τον 17ο αιώνα, το κάστρο διατηρεί το σημαντικό του ρόλο για τον έλεγχο της περιοχής. Το 1669 αναφέρεται ότι διέθετε φρουρά 40-50 γενιτσάρων και οκτώ πυροβολητές, ενώ ο Οθωμανός περιηγητής Evliya Çelebi που το επισκέπτεται το 1670-1671, το περιγράφει ως ένα μεγάλο πεντάγωνο κάστρο με φρουρά 200 ατόμων, πιθανότατα με κάποια υπερβολή.
Τον 18ο και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, το κάστρο διοικείται από την τοπική ισχυρή οικογένεια του Σουλεϊμάν Τσαπάρη. Την εποχή αυτή το κάστρο γίνεται κέντρο αντικυβερνητικής δραστηριότητας και εξεγέρσεων εναντίον της Οθωμανικής Πύλης.
Το 1811 περνά στον έλεγχο του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και εξακολουθεί να διαδραματίζει ρόλο στις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις της περιοχής. Μέχρι και την ενσωμάτωση της περιοχής στο Ελληνικό κράτος το 1913, το κάστρο του Μαργαριτίου παραμένει σε αδιάκοπη χρήση, λειτουργώντας ως στρατώνας των Οθωμανών, έδρα του τοπικού στρατιωτικού διοικητή και ως φυλακή.

Το μικρό οθωμανικό κάστρο απέκτησε τη σημερινή του μορφή μετά από εκτεταμένες ανακατασκευές, που πραγματοποιήθηκαν κατά το β΄ μισό του 17ου ή τις αρχές του 18ου αιώνα. Οργανώνεται σύμφωνα με τα πρότυπα των στρατιωτικών κατοικιών που αναπτύσσονται γύρω από μία κεντρική αυλή, ακολουθώντας, ωστόσο, περισσότερο την τοπική εμπειρία και παράδοση, η οποία έγκειται κυρίως στην επιλογή δύσβατης και περίοπτης θέσης.
Το κάστρο έχει κάτοψη ακανόνιστου πενταγώνου με ισχυρά τείχη που περικλείουν έκταση περίπου 890 τ.μ. Η άμυνα ενισχύεται με έναν μεγάλο τραπεζιόσχημο πύργο στα βορειοανατολικά και έναν ημικυκλικό πύργο στα νοτιοδυτικά. Μια ακόμη πυργοειδής κατασκευή στα βόρεια προστάτευε τη πύλη του κάστρου.
Η πύλη αυτή, ήταν τοξωτή και είχε μεγάλη υψομετρική διαφορά (άνω των πέντε μέτρων) από τον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο, οπότε η πρόσβαση στο κάστρο πιθανόν να γινόταν είτε με ξύλινη κινητή σκάλα είτε μέσω επικλινούς ράμπας, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να μπορεί να εξακριβωθεί σήμερα με σιγουριά. Η πύλη οδηγούσε στην εσωτερική αυλή, που έχει περίπου ορθογώνιο σχήμα με μέγιστες διαστάσεις 16 x 10 μ.

Γύρω από την εσωτερική αυλή, οι χώροι του κάστρου διαμορφώνονται σε δύο επίπεδα. Το ισόγειο περιελάμβανε δεξαμενές συλλογής υδάτων και χώρο λουτρού στη δυτική πτέρυγα, αποχωρητήριο στην ανατολική, καθώς και έναν ακόμη θολωτό χώρο αποθηκευτικής χρήσης στη νοτιοανατολική γωνία. Ο όροφος, που ήταν προσβάσιμος από τη δυτική πτέρυγα μέσω ξύλινης σκάλας που πατούσε σε λίθινη βάση, περιελάμβανε τον χώρο διαμονής της φρουράς. Διέθετε τοξωτά παράθυρα, τζάκι και αποθηκευτικά ερμάρια, ενώ ανοίγματα τυφεκιοθυρίδων και μία καταχύστρα εξασφάλιζαν την άμυνά του.

error: Content is protected !!