Μίλα

Μίλα

Το κάστρο είναι κτισμένο στην κορυφή χαμηλού λόφου, πολύ κοντά στον μικρό οικισμό Κάστρο, βορειοανατολικά από το σημερινό χωριό Μίλα. Η θέση εξασφαλίζει πλήρη ορατότητα στο βόρειο τμήμα του μεσσηνιακού κάμπου, ενώ παράλληλα ελέγχει τις ορεινές διαβάσεις που συνδέουν τη Μεσσηνία με την Αρκαδία και την κύρια οδό επικοινωνίας του μεσσηνιακού κάμπου με την Κυπαρισσία.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Έχει προταθεί η ταύτισή του με το γνωστό από τις πηγές κάστρο Chateauneuf, το Νέο Κάστρο, που κτίστηκε και κατοικήθηκε από την πριγκίπισσα Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνου (Isabelle de Villehardouin) το διάστημα που διοίκησε μόνη της το φράγκικο Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Χρονικά, η ίδρυση του κάστρου τοποθετείται αμέσως μετά το 1297 και τον θάνατο του συζύγου της Ισαβέλλας, Φλωρέντιου του Αινώ, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αυξανόμενες επιδρομές των βυζαντινών στα εδάφη του πριγκιπάτου στη Μεσσηνία. Ορμητήριο των επιδρομών ήταν το κάστρο Γαρδικίου, κτισμένο κοντά στο σημερινό χωριό Τουρκολέκκα, επάνω στο πέρασμα του Μακρυπλαγίου. Πρόκειται για την κυριότερη δίοδο επικοινωνίας ανάμεσα στη Μεσσηνία και την Αρκαδία μέχρι τον 20ό αιώνα, πλήρη οπτική εποπτεία της οποίας παρέχει ο λόφος του κάστρου.
Το 1805 λόφος του κάστρου αποτελεί εγκαταλελειμμένη τοποθεσία, σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη (Παλαιόκαστρο του Μήλα), ο ακριβής χρόνος εγκατάλειψης του οχυρού, ωστόσο, παραμένει άγνωστος. Στις καταγραφές της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελοπόννησο το 1828-1829 αναφέρεται ότι το κάστρο οχυρώθηκε και χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά από τους Τούρκους κατά την Επανάσταση και ότι έχει την ονομασία Παλαιόκλεφτο.

Το κάστρο του Μίλα ανήκει στην κατηγορία των μικρών φρουρίων που κατασκευάζονταν στην Πελοπόννησο μετά τον 13ο αιώνα σε καίρια σημεία, όπως συνοριακά περάσματα και δρόμους, για την ενίσχυση της προστασίας τους και τον έλεγχο του τοπικού πληθυσμού. Τα περισσότερα εγκαταλείπονται μετά την εγκαθίδρυση της οθωμανικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο το 1460. Οι διαστάσεις του κάστρου του Μίλα και τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά του στοιχεία του δίνουν μία ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα υπόλοιπα κάστρα της κατηγορίας αυτής, ενώ έχει προταθεί ότι αποτελούσε, εκτός από αμυντικό προπύργιο, κάστρο-κατοικία ισχυρού φεουδάρχη.
Η οχύρωση του λόφου αποτελείται από δύο περιβόλους. Ο εξωτερικός περίβολος περιέβαλε την πιο ευάλωτη βορειανατολική πλευρά του λόφου, σήμερα ωστόσο είναι ορατή μόνο η θεμελίωσή του. Στο μέσο της βορειοανατολικής πλευράς του ενισχυόταν με ημικυκλικό πύργο. Ο περίβολος αυτός λειτουργούσε επίσης ως προτείχισμα της πύλης του εσωτερικού οχυρού και πιθανόν περιέκλειε μικρή οικιστική εγκατάσταση.
Ο εσωτερικός περίβολος έχει επιμήκη τετράπλευρη κάτοψη. Η πύλη εισόδου ανοιγόταν στη βορειοανατολική πλευρά, που σήμερα είναι κατεστραμμένη. Τον περίβολο ενισχύουν τρεις τετράπλευροι πύργοι στο μέσο περίπου της νότιας, ανατολικής και δυτικής του πλευράς. Καλύτερα διατηρημένος είναι ο δυτικός πύργος.
Κατά μήκος των δύο μακρών πλευρών του εσωτερικού περιβόλου διαμορφώνονταν πτέρυγες, που φιλοξενούσαν τους απαραίτητους χώρους για την καθημερινή διαβίωση και την άμυνα του οχυρού. Σήμερα διατηρείται η διώροφη νότια πτέρυγα, ενώ από τη βόρεια σώζονται ελάχιστα κατάλοιπα.
Ο όροφος της νότιας πτέρυγας αποτελείται από δύο ευρύχωρες ξυλόστεγες αίθουσες διημέρευσης, που φωτίζονται από τοξωτά παράθυρα. Η μεγαλύτερη αίθουσα από τις δύο διαθέτει μεγάλο τζάκι και αποχωρητήριο. Στην ίδια πτέρυγα, οι αντίστοιχοι χώροι του ισογείου είχαν πιθανώς αμυντική και αποθηκευτική χρήση. Στη νοτιοανατολική γωνία του περιβόλου, σε επαφή με τον ανατολικό πύργο, υπήρχε μεγάλο ορθογώνιο ξυλόστεγο παρεκκλήσιο.
Η σημερινή μορφή του κάστρου οφείλεται στις εκτεταμένες αναστηλωτικές επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν σε αυτό από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας.

error: Content is protected !!