Κυπαρισσία
Το κάστρο της Κυπαρισσίας είναι κτισμένο στα βορειοδυτικά της σύγχρονης πόλης, σε χαμηλό ύψωμα, στους πρόποδες του όρους Ψυχρού. Καταλαμβάνει θέση φυσικά οχυρή λόγω του βραχώδους και απόκρημνου χαρακτήρα της. Εποπτεύει απρόσκοπτα το φυσικό λιμάνι της πόλης, αλλά και ολόκληρο τον Κυπαρισσιακό κόλπο, όπως και τις οδούς που συνδέουν την Ηλεία με την Πυλία και την ενδοχώρα της Μεσσηνίας.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η πόλη στην αρχαιότητα ονομαζόταν Κυπαρισσίεντας και αναφέρεται στα ομηρικά έπη ως τμήμα του βασιλείου του Νέστορα με συμμετοχή στον Τρωικό πόλεμο. Σημαντικό λιμάνι και εμπορικό κέντρο κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, η αρχαία πόλη καταλάμβανε την πεδινή και παραθαλάσσια περιοχή της σημερινής. Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, πιθανώς ανάμεσα στον 6ο και τον 8ο αιώνα, μετονομάζεται σε Αρκαδιά και αναπτύσσεται στο εξής στην περιοχή του κάστρου και της σημερινής συνοικίας της Άνω πόλης. Η νέα ονομασία κατά μία ερμηνεία οφείλεται στη μετεγκατάσταση κατοίκων της Αρκαδίας εξαιτίας των σλαβικών φύλων που διεισδύουν στην ενδοχώρα της Πελοποννήσου.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης κατά τη Δ΄ Σταυροφορία (1204), το κάστρο της Αρκαδιάς είναι από τα λίγα μέρη της Πελοποννήσου που προβάλλει ισχυρή αντίσταση στους Φράγκους ιππότες. Μετά από μακρά πολιορκία, το 1205/6 γίνεται έδρα της ομώνυμης βαρονίας, τιμάριο του ηγεμόνα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας Guillaume de Champlitte. Το 1208 δίνεται στον νέο ηγεμόνα Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουίνο ως κληρονομικό φέουδο. Το 1262, η βαρονία περνά στον Villain d’Aulnay, ενώ στα μέσα του 14ου αιώνα στην οικογένεια le Maure, η οποία διέθετε και άλλα φέουδα στη Μεσσηνία, και κατόπιν, στα τέλη του 14ου αιώνα, στον τελευταίο ηγεμόνα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας Centurione Zaccaria.
Μετά το 1430, η Αρκαδιά, μαζί με τα εναπομείναντα εδάφη του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, δίνεται ως προίκα στον Θωμά Παλαιολόγο, γαμπρό του Centurione Zaccaria και εντάσσεται στο Δεσποτάτο του Μορέως έως το 1460 και την κατάλυσή του από τους Οθωμανούς. Κατά τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας, η Αρκαδιά διατηρεί την ακμή της και αποτελεί έδρα καζά (διοικητικής περιφέρειας).
Το 1686, το κάστρο πολιορκείται και καταλαμβάνεται από τους Βενετούς. Οι Οθωμανοί, πριν το εγκαταλείψουν, πυρπολούν και ανατινάζουν τους πύργους του. Στη διάρκεια της σύντομης βενετικής περιόδου που ακολουθεί, το κάστρο έχει δευτερεύουσα σημασία, καθώς η θέση του θεωρείται πλέον ευάλωτη. Παραμένει, ωστόσο, έδρα διοικητικής περιφέρειας (territorio) και διατηρεί βενετική φρουρά. Το 1715 ανακαταλαμβάνεται, όπως και η υπόλοιπη Πελοπόννησος, από τους Οθωμανούς. Τον 18ο αιώνα, οι Οθωμανοί φαίνεται να πραγματοποιούν περιορισμένες επισκευές στα τείχη και τους πύργους.
Το 1770, κατά την εξέγερση των Ορλωφικών, προκαλούνται εκτεταμένες καταστροφές στο κάστρο. Στις 27 Μαρτίου 1821, η Αρκαδιά παραδίδεται από τους Οθωμανούς στους Έλληνες, ενώ το 1825, το κάστρο και η πόλη καταστρέφονται από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Το 1833, η Αρκαδιά μετονομάζεται εκ νέου σε Κυπαρισσία και το κάστρο της χάνει οριστικά τον στρατιωτικό του χαρακτήρα. Ισχυρός σεισμός το 1886 προκαλεί σημαντικές καταστροφές τόσο στο κάστρο όσο και στην πόλη.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Το κάστρο καταλαμβάνει έκταση περίπου 6,5 στρεμμάτων. Τα τείχη του σχηματίζουν ακανόνιστη τετράπλευρη κάτοψη και ακολουθούν το ανάγλυφο του εδάφους, ενώ τμήματα κυρίως της βόρειας και νότιας πλευράς της οχύρωσης έχουν καταστραφεί. Διαθέτει δύο περιβόλους, έναν εσωτερικό (βόρειο) και έναν εξωτερικό (νότιο), που ορίζονται στον άξονα Α-Δ από ενδιάμεσο τείχος. Σε πολλά σημεία -κυρίως του ενδιάμεσου τείχους και των παλαιότερων τμημάτων του κάστρου- έχει ενσωματωθεί στο κάστρο οικοδομικό υλικό από την αρχαία ακρόπολη της Κυπαρισσίας, η οποία βρισκόταν στην ίδια θέση. Το αρχικό οχυρό, κατασκευασμένο πριν την εισαγωγή των πυροβόλων όπλων, είχε κατακόρυφα τείχη που ενισχύονταν με τετράπλευρους πύργους, επάλξεις και περίδρομο. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας του και προκειμένου να ανταποκριθεί στις νέες αμυντικές τακτικές, ενισχύθηκε με μετασκευές και συμπληρώσεις που δεν είχαν, ωστόσο, συστηματικό χαρακτήρα.
Στα σωζόμενα τμήματα των οχυρώσεων είναι εμφανείς οι επιδιορθώσεις και οι μετασκευές που έλαβαν χώρα, κυρίως μετά τη γενίκευση της χρήσης των πυροβόλων όπλων. Κατά τη διάρκεια της βενετικής, αλλά και της οθωμανικής περιόδου, έγινε προσπάθεια να αναδιοργανωθεί το οχυρό με την προσθήκη προμαχώνων, την ενίσχυση των τειχών με σκάρπα (κεκλιμένη βάση) και τη διάνοιξη τυφεκιοθυρίδων.
ΟΙ ΠΥΛΕΣ
Η κεντρική πύλη του κάστρου βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του κάτω περιβόλου, κοντά στο σημείο που έχει διαμορφωθεί η σύγχρονη είσοδος του αρχαιολογικού χώρου. Σύμφωνα με τοπογραφικό διάγραμμα της βενετοκρατίας, ανοιγόταν σε τετράπλευρο πύργο και έχει χρονολογηθεί στον 15-16ο αιώνα.
Η πύλη που οδηγούσε στον εσωτερικό περίβολο του κάστρου έχει καταστραφεί. Ωστόσο, σύμφωνα με το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, είχε και αυτή τη μορφή πύργου.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ – ΟΙ ΠΥΡΓΟΙ
Από το κάστρο που πολιορκήθηκε από τους Φράγκους ιππότες της Δ΄ Σταυροφορίας, διατηρείται σήμερα, σύμφωνα με τους μελετητές, υπόγεια, μη επισκέψιμη, κινστέρνα στο μέσο περίπου της βορειοδυτικής πλευράς του εσωτερικού περιβόλου, όπως και η αρχική οικοδομική φάση του πεταλόσχημου πύργου/προμαχώνα της βορειοανατολικής γωνίας του εσωτερικού περιβόλου. Ο προμαχώνας αυτός, γνωστός ως «Πύργος του Ιουστινιανού» ή ως «μικρή ντάπια», είχε ως κύριο σκοπό την προφύλαξη της ιδιαίτερα ευπρόσβλητης ανατολικής πλευράς του κάστρου, αλλά και της πύλης που οδηγούσε στον οικισμό. Η μετατροπή του σε προμαχώνα χρονολογείται στον 15ο ή τον 16ο αιώνα, ενώ φαίνεται ότι κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας ενισχύθηκε η άνω στάθμη του.
Στο υψηλότερο σημείο του κάστρου, σε βραχώδες έξαρμα, διατηρείται σε καλή κατάσταση και ένας ισχυρός τετράπλευρος πύργος, γνωστός ως «κεντρική ντάπια». Το μέγεθος, η θέση και η μορφή του παραπέμπουν σε κεντρικό πύργο-καταφύγιο (donjon) της περιόδου της φραγκοκρατίας. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη διαμόρφωση της πύλης εισόδου στον εσωτερικό περίβολο με πύργο, επιτρέπουν την υπόθεση ότι το κάστρο είχε διαμορφωθεί από τους Φράγκους ως ηγεμονικό οχυρό. Περιελάμβανε δηλαδή τους χώρους κατοικίας του ηγεμόνα και ταυτόχρονα λειτουργούσε ως καταφύγιο του πληθυσμού σε περιόδους εχθρικών επιδρομών.
Ο οικισμός της Κυπαρισσίας εκτεινόταν με τη μορφή προαστίου εκτός των τειχών του κάστρου, κυρίως στην περιοχή της σημερινής συνοικίας της Άνω πόλης, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Τον 17ο αιώνα, ο Οθωμανός περιηγητής Evliya Çelebi αναφέρει την ύπαρξη περίπου 80 κατοικιών μέσα στο κάστρο, ωστόσο το εσωτερικό του δεν έχει ερευνηθεί ανασκαφικά.
Κατά τη δεκαετία του 1970, ο χώρος του κάστρου δενδροφυτεύτηκε, ενώ κτίστηκε και πέτρινο ανοικτό θέατρο για τη διεξαγωγή εκδηλώσεων.



