Κορώνη
Το κάστρο της Κορώνης οχυρώνει τη χερσόνησο που ορίζει το δυτικό άκρο του Μεσσηνιακού κόλπου. Τα τείχη του περιβάλουν το υψηλότερο σημείο της χερσονήσου και δεσπόζουν πάνω από τη σημερινή γραφική κωμόπολη της Κορώνης. Η στρατηγική θέση με το προστατευμένο λιμάνι διέθετε ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία και αποτελούσε σημαντικό κόμβο στους μεσαιωνικούς θαλάσσιους δρόμους. Άκμασε ως βενετική κτήση ανάμεσα στον 13ο και τον 15ο αιώνα και από κοινού με τη γειτονική Μεθώνη χαρακτηρίστηκαν ως οι κύριοι οφθαλμοί της Βενετίας (oculi capitales Communis Veneciarum) στην Ανατολή.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η κατοίκηση στην περιοχή της Κορώνης από την αρχαιότητα τεκμηριώνεται από υλικά κατάλοιπα και θεωρείται ότι αποτελεί τη συνέχεια του αρχαίου οικισμού της Ασίνης. Η ίδρυση του κάστρου ανάγεται πιθανότατα στους πρώτους βυζαντινούς χρόνους. Μαρτυρία του Άραβα γεωγράφου al-Idrisi κατά τον 12ο αιώνα μιλά για «μικρή πόλη με φρούριο πάνω από τη θάλασσα». Λόγω της κομβικής της γεωγραφικής θέσης γίνεται συχνά στόχος επιδρομών από πειρατές και επίδοξους κατακτητές.
Το 1205, το «αχαμνό» (δηλαδή ανίσχυρο), σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως, κάστρο καταλαμβάνεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία από τους Φράγκους. Έναν μόλις χρόνο αργότερα, η Κορώνη περνά στα χέρια των Βενετών. Το 1209, τα κυριαρχικά δικαιώματα της Βενετίας στην περιοχή επικυρώνονται επίσημα με τη συνθήκη της Σαπιέντζας. Οι Βενετοί μετατρέπουν το «αχαμνό» οχυρό σε ισχυρό παραθαλάσσιο φρούριο, το οποίο προστατεύει ένα κομβικής σημασίας λιμάνι για τις εμπορικές δραστηριότητες της Γαληνοτάτης στη Μεσόγειο.
Την περίοδο της πρώτης βενετοκρατίας (1209-1500), η Κορώνη γνωρίζει μεγάλη ακμή και συνιστά υποχρεωτικό σταθμό τόσο για τα εμπορικά, όσο και για τα πλοία που μεταφέρουν προσκυνητές από και προς τους Άγιους Τόπους. Στις περιγραφές τους, οι ταξιδιώτες αυτοί συχνά αναφέρονται στην Κορώνη ως μια ακμάζουσα πόλη με μεικτό πληθυσμό από Λατίνους και Έλληνες. Οικισμός αναπτύσσεται και εκτός των τειχών του κάστρου, προς το λιμάνι, γνωστό ως προάστιο ή βούργο (borgo). Σε σύγκριση με τη γειτονική «δίδυμη» βενετική αποικία, τη Μεθώνη, η Κορώνη φαίνεται να διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμό και πλούτο. Βενετικό έγγραφο του 1348, τη δύσκολη περίοδο αμέσως μετά τον μεγάλο λοιμό που έμεινε γνωστός πανευρωπαϊκά ως Μαύρος Θάνατος, αναφέρει ότι «η Κορώνη διαθέτει πάντοτε οικονομικό πλεόνασμα, σε αντίθεση με τη Μεθώνη που παραμένει ελλειμματική». Στην οικονομική ευρωστία των δύο πόλεων σημαντική συνεισφορά είχαν οι εξαγωγές, με προϊόντα όπως το ελαιόλαδο για την Κορώνη και την περιοχή της.
Μετά την κατάληψη της Μεθώνης από τον σουλτάνο Βαγιαζήτ Β΄ και τη μεγάλη σφαγή των κατοίκων της τον Αύγουστο του 1500, οι κάτοικοι της Κορώνης, φοβούμενοι μήπως έχουν την ίδια τύχη, παραδίδουν την πόλη στους Οθωμανούς, ενώ αρκετοί από αυτούς την εγκαταλείπουν βρίσκοντας καταφύγιο στα βενετικά Ιόνια νησιά, κυρίως τη Ζάκυνθο και λίγο αργότερα την Κεφαλονιά. Ανάμεσα στα 1532 και 1534 την Κορώνη καταλαμβάνει, ως αντίποινα στις Οθωμανικές επιθέσεις κατά της Βιέννης, ο Andrea Doria, ναύαρχος του Αψβούργου αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, με συμμάχους τον Πάπα και τους Ιππότες της Μάλτας. Κατά την αποχώρησή του τον ακολουθούν περισσότεροι από 2.000 κάτοικοι που εγκαθίστανται στην Κάτω Ιταλία.
Το 1685, ο Francesco Morosini, επικεφαλής της βενετικής εκστρατευτικής αρμάδας (στόλου) για την ανάκτηση της Πελοποννήσου, πολιορκεί και καταλαμβάνει την Κορώνη, επαναφέροντάς τη στα χέρια των Βενετών για μια μικρή περίοδο τριάντα χρόνων. Το 1715 ανακτάται, όπως και η υπόλοιπη Πελοπόννησος, από τους Οθωμανούς. Το 1770, το κάστρο υφίσταται ζημιές από βομβαρδισμό κατά τα Ορλωφικά. Το 1776, ο Γάλλος περιηγητής Choiseul-Gouffier περιγράφει μια «τρομοκρατημένη πολιτεία», που δεν έχει ακόμα συνέλθει από τον βομβαρδισμό των Ορλώφ.
Το 1828, το κάστρο παραδίδεται στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπό τον στρατηγό Maison και περνά σχεδόν αμέσως μετά στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λειτουργεί ως βάση των ιταλογερμανικών δυνάμεων κατοχής. Κατά την αποχώρησή τους, τα γερμανικά στρατεύματα ανατινάζουν τα πυρομαχικά τους που φυλάσσονταν στον βορειοανατολικό προμαχώνα και τον καταστρέφουν. Σήμερα αποτελεί το μοναδικό από τα Μεσσηνιακά κάστρα που κατοικείται ακόμη.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Το κάστρο της Κορώνης έχει ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα, ακολουθώντας τη φυσική διαμόρφωση του υψώματος της χερσονήσου που οχύρωνε. Περιβάλλεται από θάλασσα από τη βόρεια και νότια πλευρά του και συνδέεται με την ενδοχώρα από τη δυτική του πλευρά. Στα νοτιοανατολικά του τειχισμένου οικισμού, ένα μεγάλο κομμάτι της χερσονήσου παραμένει ατείχιστο. Το ατείχιστο αυτό τμήμα, που σήμερα ονομάζεται «Λιβαδειά» ή «Λιβάδα», αποτελούσε την καλλιεργήσιμη γη των κατοίκων του κάστρου, ενώ μέρος της καλλιεργείται μέχρι και σήμερα.
Η οχύρωση περιλαμβάνει δύο οχυρωματικούς περιβόλους, έναν μικρότερο στα δυτικά, που καταλαμβάνει το υψηλότερο σημείο του κάστρου και πιθανότατα και τον χώρο της αρχικής βυζαντινής οχύρωσης, και έναν ευρύτερο στα ανατολικά. Ο ανατολικός περίβολος, που περικλείει μια έκταση τετραπλάσια από τον δυτικό, αποδίδεται στους Βενετούς και χρονολογείται μετά τον 13ο αιώνα. Ενισχύθηκε με πύργους και το εσωτερικό του καταλήφθηκε από κατοικίες και εμπορικές εγκαταστάσεις. Οι δύο περίβολοι χωρίζονται από ένα ενδιάμεσο τείχος, το οποίο είναι πιθανόν κατάλοιπο της βυζαντινής οχύρωσης.
Μετά τα μέσα του 15ου αιώνα, για την προσαρμογή στις απαιτήσεις της νέας οχυρωματικής που επέφερε η ανακάλυψη της πυρίτιδας, οι Βενετοί επιδίδονται σε διαρκείς επιδιορθώσεις και ενισχύσεις των τειχών. Οι επεμβάσεις και οι προσθήκες θα συνεχιστούν και από τους Οθωμανούς κατά την πρώτη περίοδο κυριαρχίας τους (1500-1685). Καθώς τα τείχη διαρκώς ενισχύονται από τους εκάστοτε κυρίους του κάστρου, οι οικοδομικές τους φάσεις δεν είναι πάντα ευδιάκριτες. Στην τοιχοποιία τους χρησιμοποιούνται καλά λαξευμένοι λίθοι και αρχαίο υλικό σε δεύτερη χρήση, ενώ, στη σημερινή του μορφή, το κάστρο διατηρεί εννέα ορθογώνιους πύργους και πέντε προμαχώνες κατασκευασμένους και μετασκευασμένους σε διάφορες περιόδους.
Οι ορθογώνιοι πύργοι εντοπίζονται στην περιοχή του δυτικού περιβόλου και του ενδιάμεσου τείχους, στο παλαιότερο τμήμα του κάστρου. Πλην αυτού στον οποίο ανοίγεται η κύρια πύλη του κάστρου, είναι σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένοι και σήμερα στεγάζουν κελιά και βοηθητικούς χώρους της μονής του Τιμίου Προδρόμου. Προμαχώνες προστατεύουν το ανατολικό τμήμα των τειχών προς την καλλιεργήσιμη έκταση της Λιβαδειάς, και σχηματίζουν το λεγόμενο ανατολικό προμαχωνικό μέτωπο, το οποίο ενισχύει τάφρος και προτείχισμα. Τάφρος που κατέληγε στην κύρια είσοδο του κάστρου απέκοπτε και τον δυτικό περίβολο, την ακρόπολη του κάστρου, από την πλευρά της ξηράς και το προάστιο. Την ιδιαίτερα ευάλωτη στις επιθέσεις και ευπρόσβλητη περιοχή ενισχύει ο δυτικός προμαχώνας, σήμερα τετράπλευρος, ο οποίος διαθέτει επάλληλες οικοδομικές φάσεις, με την τελευταία (που έμεινε ημιτελής) να χρονολογείται κατά την περίοδο της Β΄ βενετοκρατίας (1685-1715).
ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΠΡΟΜΑΧΩΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ανατολικό προμαχωνικό μέτωπο που αποτελούσε τη βασική γραμμή άμυνας της πόλης από τη θάλασσα. Ενισχυόταν με δύο κυκλικούς προμαχώνες στη νοτιοανατολική του πλευρά. που χρονολογούνται στην πρώτη περίοδο της οθωμανοκρατίας και βρίσκουν παράλληλα σε άλλα οθωμανικά οχυρά, όπως το φρούριο του Ρίου. Ο βορειοανατολικός προμαχώνας ανατινάχθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο σωζόμενος νοτιοανατολικός προμαχώνας, αποτελεί ιδιαίτερα ξεχωριστό δείγμα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής της περιόδου της Α΄ οθωμανοκρατίας. Πρόκειται για σπάνια περίπτωση -αν όχι μοναδική- κυκλικού προμαχώνα με κεντρικό πεσσό εσωτερικά. Ο πεσσός, οκταγωνικής κάτοψης, στηρίζει τον θόλο του ισογείου, διαμορφώνοντας στα ανώτερα σημεία του τέσσερα ανοίγματα με θολωτή κάλυψη που λειτουργούσαν ως πηγή φωτός και απαγωγοί καπνού. Στους τοίχους του ανοίγονται κανονιοθυρίδες, ενώ ένας διάδρομος οδηγεί σε ανοικτή πλατεία στο ανώτερο τμήμα του.
Στη βορειοανατολική γωνία των τειχών στέκεται ένας διπλός ημικυκλικός προμαχώνας. Η αρχική οικοδομική του φάση, πιθανώς οθωμανική, καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από τους βομβαρδισμούς του Morosini κατά την πολιορκία του 1685. Η σημερινή μορφή του διπλού προμαχώνα οφείλεται στις επισκευές των Βενετών μετά το 1685 και έχει χαρακτηρισθεί ένα από τα πιο όμορφα δείγματα της βενετικής οχυρωματικής στην Ελλάδα.
ΟΙ ΠΥΛΕΣ
Η κεντρική πύλη του κάστρου βρίσκεται στη βόρεια πλευρά και ανοίγεται στο ισόγειο πύργου-πυλώνα. Είναι ιδιαίτερα επιμελημένης κατασκευής από λαξευμένους πωρόλιθους, ανάγεται πιθανότατα στην περίοδο της Α΄ βενετοκρατίας και προστατευόταν εξωτερικά από μικρό περίβολο-προτείχισμα, ίσως έργο των Οθωμανών. Η πύλη αυτή εξακολουθεί να είναι η κύρια είσοδος του κάστρου. Η δεύτερη πύλη, που ανοίγεται στην ανατολική πλευρά των τειχών, επέτρεπε την επικοινωνία με το ατείχιστο τμήμα της χερσονήσου, τη Λιβαδειά. Η τρίτη πύλη, που χρονολογείται στον 19ο αιώνα, ανοίγεται στη νότια πλευρά των τειχών και οδηγεί στον νεότερο ναό της Παναγίας της Ελεήστριας που βρίσκεται εκτός του κάστρου προς νότο. Τέλος, μία μικρή πύλη στο ενδιάμεσο τείχος επέτρεπε την επικοινωνία μεταξύ των δύο οχυρών περιβόλων. Σήμερα, η είσοδος στο κάστρο πραγματοποιείται από την κύρια πύλη στη βόρεια πλευρά, καθώς και από την πύλη στην περιοχή της Παναγίας Ελεήστριας.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Το κάστρο της Κορώνης εξακολουθεί να κατοικείται, με αποτέλεσμα να φέρει πολλές νεότερες επεμβάσεις στο εσωτερικό του, οι οποίες έχουν αλλοιώσει τον μεσαιωνικό του χαρακτήρα. Στον ανατολικό περίβολο διατηρείται η βασιλική του Αγίου Χαραλάμπους, που κατασκευάστηκε το 1689 ως λατινική εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Ρόκκο, προστάτη άγιο της καθολικής εκκλησίας κατά της πανώλης. Μαρμάρινη αναθηματική επιγραφή, η οποία διατηρείται εντοιχισμένη στον γυναικωνίτη του ναού, μνημονεύει τη χρονολογία ανέγερσης του ναού και περιλαμβάνει επίκληση στον άγιο Ρόκκο για τη σωτηρία της πόλης από επιδημία πανώλης. Μετά την κατάληψη του κάστρου από τους Οθωμανούς, ο καθολικός ναός μετατράπηκε σε τζαμί και μετά την απελευθέρωση το 1828, στη σημερινή ορθόδοξη εκκλησία του κοιμητηρίου του κάστρου, αφιερωμένη στον άγιο Χαράλαμπο, επίσης προστάτη, όπως και ο άγιος Ρόκκος, από τις λοιμώδεις νόσους και ιδίως την πανώλη.
Κοντά στον Άγιο Χαράλαμπο, στη βορειανατολική γωνία των καταλοίπων μίας μεγάλης τρίκλιτης βασιλικής, βρίσκεται ο μικρός ναός της Αγίας Σοφίας. Για την ίδρυση της ερειπωμένης βασιλικής έχουν προταθεί διαφορετικές χρονολογήσεις από τους μελετητές του μνημείου, από τα τέλη του 6ου μέχρι και τον 9ο αιώνα. Κατά την Α΄ βενετοκρατία λειτούργησε ως καθεδρικός ναός των Λατίνων αφιερωμένος στη Θεοτόκο, ενώ κατά τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας μετατράπηκε σε τζαμί. Στην περιοχή της πύλης της Λιβαδειάς διατηρείται ερειπωμένο οθωμανικό λουτρό, ενώ σε διάφορες θέσεις εντός των τειχών έχουν εντοπιστεί ερείπια υδατοδεξαμενών. Μετά τον 16ο αιώνα, η τροφοδοσία με νερό δεξαμενών στο κάστρο και στο βούργο για τις ανάγκες του πληθυσμού τους πραγματοποιούνταν από υδραγωγείο, το οποίο κατασκεύασαν οι Οθωμανοί και μέρος του λειτουργούσε έως τον 20ό αιώνα.
Ο δυτικός περίβολος, που αποτελούσε την ακρόπολη του κάστρου, σήμερα καταλαμβάνεται από τα κτήρια της Μονής του Τιμίου Προδρόμου, ενός γυναικείου παλαιοημερολογήτικου μοναστηριού που ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Εντός του περιβόλου της μονής σώζονται σε χαμηλό ύψος τα κατάλοιπα οκτάπλευρου πύργου, κτισμένου τον 16ο αιώνα αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση. Ο πύργος θα διέθετε αρχικά πέντε ή ακόμα και επτά ορόφους και αποτελούσε σύμβολο ισχύος των νέων κατακτητών και πιθανώς έδρα του διοικητή και της φρουράς.
Στο κάστρο έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες στερεωτικές και αποκατάστασης στον ανατολικό περίβολο από το Υπουργείο Πολιτισμού (Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων – Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας)





