Κιάφα

Κιάφα

Η φυσικά οχυρή θέση του κάστρου, στην κορυφή απόκρημνου υψώματος πάνω από τον οικισμό της Κιάφας, εποπτεύει το οροπέδιο του Σουλίου και την κοιλάδα του Αχέροντα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο οχυρωματικό έργο του Αλή Πασά των Ιωαννίνων στην περιοχή του Τετραχωρίου, όπως είναι γνωστοί οι τέσσερις οικισμοί (Σούλι, Κιάφα, Σαμονίβα, Αβαρίκος) που απαρτίζουν την ιστορική περιοχή του Σουλίου. Η θέση αποτέλεσε καταφύγιο των Σουλιωτών κατά τις αλλεπάλληλες αποτυχημένες εκστρατείες των Οθωμανών εναντίον τους στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Πιθανόν στον χώρο του σημερινού κάστρου να προϋπήρχαν πρόχειρες οχυρώσεις των Σουλιωτών, από τις οποίες όμως δεν σώθηκαν υλικά κατάλοιπα.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Το κάστρο κατασκευάζεται από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων αμέσως μετά την τελική συνθηκολόγηση των Σουλιωτών τον Δεκέμβριο του 1803. Έπειτα από μακρόχρονη πολιορκία υποχρεώνονται να παραδώσουν στον Αλή Πασά τους οικισμούς τους (Σούλι, Σαμονίβα, Κιάφα, Αβαρίκο) και να εγκαταλείψουν τα εδάφη τους. Κύριος σκοπός της κατασκευής του κάστρου ήταν να αποτραπεί η μελλοντική επιστροφή των Σουλιωτών στην περιοχή. To 1805 είναι ακόμη ημιτελές σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Ουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, ο οποίος το επισκέπτεται μαζί με τον «κυρ-Πέτρο από την Κορυτσά», πρωτομάστορα-μηχανικό του Αλή Πασά και του κάστρου.
Το 1820, ο Αλή Πασάς συμμαχεί με τους Σουλιώτες προκειμένου να αυξήσει τη στρατιωτική του δύναμη ενάντια στον στρατό του σουλτάνου. Ως αντάλλαγμα τους παραδίδει την Κιάφα, καθώς και τα παλαιά τους εδάφη από τα οποία τους εκδίωξε το 1803. Οι Σουλιώτες υπερασπίζονται με επιτυχία την περιοχή και παραμένουν στο κάστρο και μετά τον θάνατο του Αλή Πασά. Πολιορκούνται από τα σουλτανικά στρατεύματα και αναγκάζονται το 1822 να τους παραδώσουν το κάστρο και να αποχωρήσουν οριστικά από το Σούλι.

Το φρούριο καταλαμβάνει το μεσαίο τμήμα της κορυφής του λόφου και οι οχυρώσεις του είναι απόλυτα προσαρμοσμένες στο ανάγλυφο του εδάφους. Έχει κάτοψη ακανόνιστου ορθογωνίου. Από τις δύο μακρές του πλευρές, η νοτιοδυτική είναι θεμελιωμένη στην απότομη πλαγιά προς την κοίτη του ποταμού Αχέροντα, ενώ η βορειοανατολική βλέπει προς τους οικισμούς του Σουλίου. Η πλευρά αυτή αποτελεί το κύριο δραστικό μέτωπο του κάστρου και ενισχύεται με δύο πολυγωνικούς προμαχώνες στα άκρα της και έναν κυκλικό περίπου στο μέσο, με κανονιοθυρίδες για μεγαλύτερα πυροβόλα. Η νοτιοδυτική μακρά πλευρά διαμορφώνεται από δύο παράλληλες αμυντικές γραμμές, που οριοθετούν μία στενή αυλή σε χαμηλότερο επίπεδο από το υπόλοιπο κάστρο. Με την εσωτερική αυλή επικοινωνούν παρατακτικά διατεταγμένοι καμαροσκέπαστοι χώροι μέσω ανεξάρτητων εισόδων. Οι χώροι αυτοί προορίζονταν για αποθήκευση εφοδίων, αλλά και προστασία του άμαχου πληθυσμού σε περίπτωση πολιορκίας.
Η κύρια πύλη του οχυρού ανοίγεται στη μέση περίπου της νοτιοανατολικής στενής πλευράς του. Σε αυτήν καταλήγει το μονοπάτι που συνδέει τον λόφο με τον οικισμό της Κιάφας. Δευτερεύουσα πύλη, κατεστραμμένη σήμερα, ανοιγόταν στο κεντρικό τμήμα της αντιδιαμετρικής στενής πλευράς του οχυρού.
Δύο εγκάρσιοι τοίχοι χωρίζουν το εσωτερικό του κάστρου σε τρεις χώρους: έναν στην περιοχή της κύριας εισόδου, έναν στο κεντρικό τμήμα του οχυρού και έναν στην περιοχή του βόρειου προμαχώνα. Στον κεντρικό χώρο βρισκόταν το σεράι του Αλή Πασά, από το οποίο σήμερα διατηρούνται ελάχιστα κατάλοιπα. Ερείπια κατοικιών διασώζονται στην περιοχή της κύριας πύλης και του βόρειου προμαχώνα.

error: Content is protected !!