Καρύταινα

Καρύταινα

Το κάστρο της Καρύταινας κτίζεται τον 13ο αιώνα σε φυσικά οχυρή θέση, σε ύψωμα στη δυτική πλευρά της απόκρημνης χαράδρας του ποταμού Αλφειού. Από τη θέση αυτή επιτηρούσε την ευρύτερη περιοχή του κάμπου της Μεγαλόπολης (Δρόγγος των Σκορτών) και ήλεγχε τα βασικά περάσματα που συνέδεαν τη δυτική Αρκαδία με την Ηλεία και τη Μεσσηνία, καθώς και την κοιλάδα του Αλφειού.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Στην αρχαιότητα, στη θέση του κάστρου πιθανολογείται ότι βρισκόταν η πόλη Βρένθη, η οποία εγκαταλείφθηκε το 370 π.Χ., όταν ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας ίδρυσε τη Μεγαλόπολη και υποχρέωσε τους κατοίκους όλων των συνοικισμών της γύρω περιοχής να μετοικήσουν σε αυτή. Κατά τους επόμενους αιώνες δεν υπάρχουν ιστορικές αναφορές και γραπτές πηγές για τη συγκεκριμένη τοποθεσία.
Μετά το 1204, με τη φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου και την ίδρυση του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, επανεμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο με την ονομασία Καρύταινα και ορίζεται έδρα βαρονίας, η οποία διοικείται από τον Ούγο ντε Μπριγιέρ (Hugo de Briel, de Bruieres ή de Bruiyeres). Ο γιος του Γοδεφρείδος είναι αυτός που κατασκευάζει το κάστρο στα μέσα του 13ου αιώνα, για να αποτελέσει το κύριο διοικητικό και εμπορικό κέντρο της Γορτυνίας, ενώ παράλληλα αναπτύσσεται γύρω του ο οικισμός.
To 1275, o Γοδεφρείδος πεθαίνει χωρίς απογόνους. Η βαρονία διχοτομείται και περνά η μισή στη χήρα του Isabelle de La Roche και τον νέο της σύζυγο Hugo de Brienne και η άλλη μισή στον πρίγκιπα της Αχαΐας, Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο. Το 1289, τα εδάφη της βαρονίας παραχωρούνται στους νέους ηγεμόνες του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, την Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνου και τον σύζυγό της Florent de Hainaut, ενώ το 1303, το κάστρο κληρονομεί με διαθήκη η κόρη της Ισαβέλλας, Μαργαρίτα.
Το 1320, το κάστρο καταλαμβάνεται από τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο Ασάν και περνά στο Δεσποτάτο του Μυστρά. Την περίοδο αυτή, όπως μαρτυρούν οι υστεροβυζαντινές πυργοειδείς κατοικίες και το πλήθος των ναών, ο οικισμός της Καρύταινας παραμένει σημαντικό κέντρο, η σημασία του κάστρου όμως αρχίζει να φθίνει.
Το 1458, η Καρύταινα κατακτάται από τους Οθωμανούς. Θα μείνει υπό οθωμανική κυριαρχία μέχρι το 1685, όταν καταλαμβάνεται από Βενετούς, όπως και ολόκληρη η Πελοπόννησος. Το 1715, με τη λήξη της Β΄ βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο, θα επανέλθει στα χέρια των Οθωμανών. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, η Καρύταινα αναδεικνύεται στο σημαντικότερο γεωργικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής με μεγάλο παζάρι, κυρίως για την πώληση σιτηρών, ο οικισμός της επεκτείνεται και ο πληθυσμός της αυξάνεται.
Το κάστρο παίζει σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Στις 27 Μαρτίου 1821, κατά τη μάχη στα Στενά του Αγίου Αθανασίου, κοντά στην Καρύταινα, οι Οθωμανοί οχυρώνονται στο κάστρο αποκρούοντας επιδρομή των Ελλήνων. Εν τέλει, οι Οθωμανοί πυρπολούν το κάστρο και τον οικισμό της Καρύταινας και την εγκαταλείπουν για να καταφύγουν στην Τρίπολη, ώστε να είναι πιο προστατευμένοι. Το 1826, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκευάζει τις οχυρωμένες εγκαταστάσεις του κάστρου και τις οργανώνει ώστε να χρησιμοποιηθούν ως καταφύγιο και βάση των Ελλήνων στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ιμπραήμ που εκστρατεύει στην Πελοπόννησο.

Η ακρόπολη της Καρύταινας είναι κτισμένη στην κορυφή του λόφου επάνω από τον οικισμό. Παρουσιάζει μια κατασκευαστική ομοιογένεια που συνηγορεί στη χρονολόγησή της στα μέσα του 13ου αιώνα, ενώ έχει δεχθεί περιορισμένες μεταγενέστερες επεμβάσεις, που δεν έχουν αλλοιώσει την αυθεντική μεσαιωνική της μορφή.
Έχει επιμήκη, σχεδόν τριγωνική κάτοψη και τα ισχυρά τείχη της ακολουθούν το ανάγλυφο του εδάφους, ενισχύοντας τη φυσική οχύρωση της θέσης. Έχει μήκος περισσότερο από 110 μ. και είναι πλατύτερη στη νότια πλευρά της και αρκετά στενότερη στη βόρεια. Η άμυνα ενισχύεται από ψευδόπυργους στις γωνίες, καθώς και έναν ημικυκλικό στο μεσαίο τμήμα της δυτικής πλευράς.
Η είσοδος της ακρόπολης ανοίγεται στη νοτιοανατολική πλευρά των τειχών. Μία τοξωτή πύλη, προστατευμένη από ψευδόπυργους εκατέρωθεν, οδηγεί μέσω ενός θολωτού διαβατικού στην εσωτερική αυλή της ακρόπολης. Πάνω από αυτήν διακρίνεται ορθογώνιο άνοιγμα, στο οποίο πιθανόν βρισκόταν οικόσημο. Η πύλη προστατευόταν επιπλέον από ένα ορθογώνιο εξωτερικό προτείχισμα, που όριζε μικρή αυλή και προσεγγιζόταν από μία, επίσης τοξωτή, πύλη στα νότια.

Περιμετρικά των τειχών της ακρόπολης, γύρω από την εσωτερική αυλή αναπτύσσονταν διώροφες κυρίως πτέρυγες, που περιελάμβαναν τους χώρους διαμονής της οικογένειας του βαρόνου και της φρουράς, καθώς και βοηθητικούς χώρους, όπως θολωτές δεξαμενές νερού και μεγάλες αποθήκες. Η επίσημη αίθουσα υποδοχής, κτισμένη πάνω από μεγάλη υπόγεια δεξαμενή στη νότια πτέρυγα, διέθετε δίλοβα παράθυρα με λαξευτό πλαίσιο και τζάκι στο εσωτερικό της.
Στο κέντρο περίπου της αυλής διατηρούνται τα θεμέλια του μεγάλου κεντρικού πύργου (donjon) που δέσποζε άλλοτε στο κάστρο, αποτελώντας το ύστατο καταφύγιο και σημείο άμυνας σε περίπτωση πολιορκίας.

Το κτηριακό συγκρότημα βρίσκεται σε στρατηγική θέση, σε ένα πλάτωμα κάτω από την ακρόπολη, που κατοπτεύει την είσοδο από την πλευρά της Μεγαλόπολης. Έχει κάτοψη σχήματος Γ και ήταν διώροφο, με βοηθητικούς χώρους στο ισόγειο και χώρους διαμονής στον όροφο. Η αρχική οικοδομική του φάση τοποθετείται στους μεσαιωνικούς χρόνους. Στα νεότερα χρόνια προστέθηκαν οι μικροί κυκλικοί γωνιακοί πύργοι, ώστε να ενισχυθεί ο φρουριακός χαρακτήρας του.
Στο συγκρότημα αναφέρεται ότι εγκαταστάθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης το 1826, κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων ενάντια στον Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, φιλοξενώντας μάλιστα, το καλοκαίρι του 1829, μέλη της γαλλικής επιστημονικής επιτροπής του Μοριά κατά την επίσκεψή τους στην περιοχή.

Μέσα στον οχυρωμένο μεσαιωνικό οικισμό, δίπλα στην «οικία Κολοκοτρώνη», βρίσκεται ο ναός της Παναγίας, που ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του δικιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο ναού. Οικοδομήθηκε σε φάση μεταγενέστερη της ίδρυσης του κάστρου από τους σταυροφόρους, όπως υποδεικνύουν δύο περίτεχνα μεσοβυζαντινά κιονόκρανα που έχουν τοποθετηθεί στο εσωτερικό του σε δεύτερη χρήση. Εκτεταμένες επισκευές της οθωμανικής περιόδου εντοπίζονται στους θόλους, το ιερό και τις δύο πόρτες του ναού.

Έξω από τα τείχη, προς τα βόρεια, δίπλα στο μονοπάτι που οδηγεί προς το κάστρο, υψώνεται ένας ορθογώνιος πύργος, γνωστός με το νεότερο όνομά του ως «Πύργος του Ματζουρανόγιαννη». Η οικοδόμησή του ανάγεται στην περίοδο που οι βυζαντινοί είχαν ανακαταλάβει την Καρύταινα από τους Φράγκους. Ο πύργος ήταν τουλάχιστον διώροφος και περιελάμβανε θολωτή δεξαμενή στο ισόγειο και χώρο διαμονής στον όροφο. Η είσοδος βρισκόταν στον όροφο και έφερε πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Μία κτιστή σκάλα οδηγούσε είτε σε δεύτερο -χαμένο σήμερα- όροφο, είτε απευθείας στο δώμα, που σε κάθε περίπτωση διέθετε επάλξεις.

Ο οικισμός, που αναπτύσσεται στον λόφο έξω από την ακρόπολη, περιλαμβάνει πολλές μεταβυζαντινές κατοικίες που χρονολογούνται στον 18ο αιώνα. Ξεχωρίζει το αποκατεστημένο σήμερα πυργόσπιτο της Λεβένταινας (τέλη 18ου αι.), κτισμένο  στις δυτικές παρυφές του οικισμού, κάτω από την ακρόπολη του κάστρου.

error: Content is protected !!