Καλαµάτα

Καλαµάτα

Το κάστρο της Καλαμάτας είναι κτισμένο στο βορειοδυτικό άκρο του ιστορικού κέντρου της σύγχρονης πόλης, σε χαμηλό λόφο πάνω από τον ποταμό Νέδοντα. Βρίσκεται σε θέση στρατηγική για την εποπτεία τόσο της πεδιάδας της Καλαμάτας όσο και της ακτογραμμής του Μεσσηνιακού κόλπου, ενώ παράλληλα ελέγχει και τα ορεινά περάσματα του Ταϋγέτου προς τη λακωνική πεδιάδα.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Στην ευρύτερη περιοχή του λόφου του κάστρου τοποθετείται η αρχαία πόλη Φαρές ή Φηραί, παλαιότερη μνεία της οποίας γίνεται στα ομηρικά έπη. Τα αρχαιολογικά δεδομένα μαρτυρούν συνεχή κατοίκηση στην περιοχή τουλάχιστον έως την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Τον 11ο αιώνα απαντά για πρώτη φορά η νέα ονομασία της αρχαίας θέσης, Καλαμάτα, στο κείμενο του Βίου του Οσίου Νίκωνα του «Μετανοείτε». Στις αρχές του 13ου αιώνα, ο λόφος του κάστρου διέθετε οχύρωση, όχι ιδιαίτερα ισχυρή, η οποία είχε μετατραπεί σε μοναστήρι, όπως μαθαίνουμε από το Χρονικό του Μορέως, μία έμμετρη αφήγηση του 14ου αιώνα της κατάκτησης της Πελοποννήσου από τους Φράγκους Ιππότες της Δ΄ Σταυροφορίας.
Το 1205 δόθηκε ως κληρονομικό φέουδο και έδρα της βαρονίας των Καλαμών στον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, μετέπειτα ηγεμόνα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας (1209-1229) και παρέμεινε στην οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων μέχρι το 1322, όταν η τελευταία απόγονος, Μαχώ του Αινώ, έχασε κάθε κληρονομικό και κυριαρχικό δικαίωμα στην ηγεμονία της Αχαΐας. Στην Καλαμάτα γεννήθηκε το 1218 ο πλέον επιφανής Βιλλεαρδουίνος, ο ηγεμόνας του πριγκιπάτου Γουλιέλμος Β΄, αποκαλούμενος «ντε Καλομάτας» ή «Καλαμάτας».
Το Χρονικό του Μορέως αναφέρει το κάστρο ξανά, όταν μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου (1278) και συγκεκριμένα στα 1292 ή 1293, Έλληνες και Σλάβοι από τη γειτονική Γιάννιτσα, χρησιμοποιώντας σκάλες, καταφέρνουν να καταλάβουν αιφνιδιαστικά το κάστρο. Ο Φλωρέντιος του Αινώ, σύζυγος της Ισαβέλλας Βιλλεαρδουίνου, κόρης του Γουλιέλμου, ανακτά το πατρογονικό οχυρό και φροντίζει να υψώσει τα τείχη, για να αποτρέψει παρόμοιο μελλοντικό αιφνιδιασμό της φρουράς.
Μετά το 1322, το κάστρο ακολουθεί την ιστορική πορεία του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, αλλάζει συχνά κυρίους και γύρω στα 1430 περιέρχεται στους Παλαιολόγους και εντάσσεται στο Δεσποτάτο του Μυστρά. Το 1460, οι Οθωμανοί ολοκληρώνουν την κατάκτηση της Πελοποννήσου, με εξαίρεση τα βενετικά εδάφη και τη Μονεμβασία. Ακολουθεί ο Α΄ βενετο-οθωμανικός πόλεμος (1463-1479), στο τέλος του οποίου το κάστρο αναφέρεται ως ερειπωμένο. Δύο αιώνες αργότερα, κατά τη διάρκεια του ΣΤ΄ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1684-1689), οι Οθωμανοί ανατινάζουν τις πυριτιδαποθήκες του κάστρου προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές όταν εγκαταλείπουν την Καλαμάτα μετά από ήττα στα περίχωρα της πόλης από τις ενωμένες δυνάμεις Βενετών, Σαξόνων και Μανιατών.
Η Βενετική κυριαρχία κρατά μέχρι το 1715, το κάστρο επανέρχεται στους Οθωμανούς και σταδιακά χάνει τη στρατηγική του σημασία, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα έχει ήδη περιέλθει σε εγκατάλειψη. Το 1825 υφίσταται, όπως και η πόλη, μεγάλες καταστροφές από τον στρατό του Ιμπραήμ Πασά. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το εσωτερικό του μετατράπηκε σε αλσύλλιο και από το 1938 τμήμα του κατέλαβε η δεξαμενή ύδρευσης της πόλης, η οποία λειτουργεί έως σήμερα.

Το κάστρο της Καλαμάτας αποτελεί τυπικό δείγμα οχυρού της περιόδου της λατινοκρατίας στην Πελοπόννησο. Η σημερινή του διάταξη οφείλεται εν πολλοίς στη μετατροπή του οχυρού σε έδρα φεουδάρχη, και πιθανώς οχυρωμένου οικισμού, από τους Βιλλεαρδουίνους. Έχει δύο οχυρωματικούς περιβόλους: έναν εσωτερικό που περιβάλλει το επίμηκες πλάτωμα στην κορυφή του λόφου και έναν εξωτερικό που περικλείει μία μεγαλύτερη έκταση στην πιο ευάλωτη ανατολική πλευρά του. Στον εσωτερικό περίβολο, στο πλέον απόκρημνο σημείο του λόφου, υψώνεται ο οχυρός πύργος-καταφύγιο (donjon), τελευταίο σημείο άμυνας, κατοικία και σύμβολο ισχύος του εκάστοτε φεουδάρχη. Τα τείχη του κάστρου είναι κατακόρυφα και ακολουθούν τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους. Στον επάνω περίβολο διατηρείται μεταγενέστερο προστατευτικό στηθαίο του τείχους, στο οποίο ανοίγονται τυφεκιοθυρίδες. Μικρότερες ή μεγαλύτερες επισκευές και επεμβάσεις στο κάστρο φαίνεται ότι έγιναν τόσο από τους Οθωμανούς όσο και από τους Βενετούς κατά τη διάρκεια της Β΄ βενετοκρατίας (1685-1715).
Τετράγωνος πυλώνας αποτελεί τη μοναδική είσοδο του κάστρου και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά των τειχών. Χρονολογείται στην περίοδο της Β΄ βενετοκρατίας (1685-1715) από το εντοιχισμένο εξωτερικά ανάγλυφο με τον λέοντα του Αγίου Μάρκου, έμβλημα της Βενετίας. Μετά την πύλη, κτιστά σκαλοπάτια, διαμόρφωση του 20ού αιώνα, οδηγούν στην πύλη του εσωτερικού περιβόλου. Πριν φτάσει ο επισκέπτης εκεί συναντά την είσοδο του μικρού ανοιχτού θεάτρου της δεκαετίας του 1960, στο οποίο φιλοξενούνται τους θερινούς μήνες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Ο εσωτερικός περίβολος είναι διαμορφωμένος σε αλσύλλιο με πεύκα, όπως και το υπόλοιπο κάστρο. Ο Οθωμανός περιηγητής Evliya Çelebi, τον 17ο αιώνα, αναφέρει ότι εδώ υπήρχαν καταλύματα για τη φρουρά του κάστρου, τα οποία δεν σώζονται σήμερα. Άγνωστη είναι η χρονολόγηση του κτηρίου που διατηρείται κατά μήκος του δυτικού τείχους. Αντιδιαμετρικά από την είσοδο, στο πιο δυσπρόσιτο σημείο του κάστρου, διατηρείται ερειπωμένη η ισόγεια στάθμη του οχυρού πύργου-καταφυγίου (donjon). Δεξαμενή νερού εφάπτεται στον βόρειο τοίχο του. Στον πύργο αυτόν θεωρείται ότι είχαν ενσωματωθεί τα λείψανα του ναού του μοναστηριού που αναφέρεται στο Χρονικό του Μορέως. Μπροστά στον ερειπωμένο οχυρό πύργο έχει ανεγερθεί η σύγχρονη εκκλησία της Ευαγγελίστριας.

error: Content is protected !!