Κάστρο Αγίου Γεωργίου
Το κάστρο του Αγίου Γεωργίου καταλαμβάνει την κορυφή υψώματος στην περιοχή της Λειβαθούς, στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού. Παρά την απόστασή του από τη θάλασσα, παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου στο σημαντικότερο αγκυροβόλιο του νησιού, στον κόλπο του Λιβαδιού, όπως και στο πέρασμα ανάμεσα στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά. Μια πρώτη οχύρωση του λόφου τοποθετείται στη μέση βυζαντινή περίοδο και έχει συνδεθεί με την ίδρυση τον 8ο αιώνα του ναυτικού θέματος Κεφαλληνίας, διοικητικής και στρατιωτικής διαίρεσης της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το βυζαντινό κάστρο, έδρα του διοικητή του Θέματος, καταλάμβανε πιθανώς το υψηλότερο σημείο του λόφου. Η υπόθεση αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί αρχαιολογικά, διότι οι πολυάριθμες μεταγενέστερες ανακατασκευές του οχυρού είχαν ως αποτέλεσμα να χαθούν τυχόν παλαιότερες οικοδομικές φάσεις του.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Το κάστρον ή πόλις Κεφαλληνίας, ο σημαντικότερος οικισμός και έδρα της διοίκησης του νησιού, αποκρούει τον 11ο αιώνα επιδρομές των Πιζατών και των Νορμανδών. Πρόσκαιρα, το 1125 καταλαμβάνεται από τους Βενετούς, οι οποίοι σύμφωνα με την παράδοση μεταφέρουν το λείψανο του αγίου Δονάτου από την Κεφαλονιά στο βενετικό νησί Μουράνο. Ως κάστρο του Αγίου Γεωργίου απαντά για πρώτη φορά στις γραπτές πηγές τον 13ο αιώνα. Η ονομασία έχει αποδοθεί στην ύπαρξη ναού του Αγίου Γεωργίου στο εσωτερικό της οχύρωσης.
Το 1184, η Κεφαλονιά κατακτάται από τον Μαργαριτώνη, πειρατή και ναύαρχο του νορμανδικού βασιλείου της Σικελίας. Ιδρύεται η «Παλατινή Κομητεία Κεφαλληνίας, Ιθάκης και Ζακύνθου» με έδρα το κάστρο του Αγίου Γεωργίου. Τους επόμενους τρεις αιώνες, κύριοι της κομητείας και του κάστρου είναι η ιταλική οικογένεια των Ορσίνι (1195-1325), οι Ανδεγαυοί ηγεμόνες της Νεάπολης (1325-1357) και η οικογένεια των Τόκκων, επίσης ιταλικής καταγωγής (1357-1479). Το κάστρο αποτελεί διοικητική και στρατιωτική έδρα και φιλοξενεί την κατοικία του εκάστοτε ηγεμόνα της Κομητείας. Στις αρχές του 15ου αιώνα, Δυτικοί επισκέπτες εντυπωσιάζονται από την εκλεπτυσμένη αυλή του Καρόλου Α΄ Τόκκου και της συζύγου του Francesca Acciaiuoli.
Στα τέλη του 15ου αιώνα, οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν το νησί και το κάστρο για σύντομα χρονικά διαστήματα (1479-1481, 1485-1500). Παρά τη μικρή διάρκεια και των δύο περιόδων της οθωμανικής κατοχής φαίνεται πως πραγματοποιούνται επισκευές και ενισχύσεις στις οχυρώσεις, οι οποίες το 1469 είχαν καταστραφεί από ισχυρό σεισμό.
Τα Χριστούγεννα του 1500, έχοντας υποστεί μεγάλες φθορές μετά από τρίμηνη σκληρή πολιορκία, το κάστρο καταλαμβάνεται από τους Βενετούς με τη συνδρομή Ισπανικών στρατευμάτων και η Κεφαλονιά εντάσσεται στη βενετική επικράτεια. Το έτος 1501 αρχίζουν τα έργα ανοικοδόμησης των οχυρώσεων, τα οποία συνεχίζονται ως το 1544, καθώς διακόπτονται από ισχυρούς σεισμούς (1503, 1542). Η επίβλεψη ανατέθηκε αρχικά στον μηχανικό Τζιάκομο ντι Γκαβάρντο και λίγο αργότερα στον Νικολό Τσιμάρα. Στην ανοικοδόμηση συνέβαλλαν και οι κάτοικοι του νησιού με φόρους και προσωπική εργασία (αγγαρεία). Το κάστρο ανασυγκροτείται ως έδρα της βενετικής διοίκησης με τα απαραίτητα δημόσια κτήρια και αποκτά τη σημερινή του μορφή.
Το 1569 ξεκινά μια προσπάθεια οχύρωσης του οικισμού εκτός των τειχών (προάστιο/borgo), η οποία δεν ολοκληρώνεται. Παράλληλα, η στρατιωτική σημασία του κάστρου υποβαθμίζεται, καθώς οι οχυρώσεις του κρίνονται ακατάλληλες και παρωχημένες και το μέγεθός του ανεπαρκές για την προστασία του πληθυσμού. Το 1636, ύστερα από έναν μεγάλο σεισμό και στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος αναδιαμόρφωσης του κάστρου, επιχειρείται εκ νέου η περιτείχιση του προαστίου, χωρίς να ολοκληρωθεί ούτε αυτή τη φορά. Το 1757 παύει να είναι η πρωτεύουσα του νησιού, καθώς αυτή μεταφέρεται στο Αργοστόλι, που έχει ήδη αναπτυχθεί σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι. Ο οικισμός του κάστρου παρακμάζει και σταδιακά εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του.
Το 1797, η Δημοκρατία της Βενετίας διαμελίζεται και η Κεφαλονιά ακολουθεί την ιστορική πορεία των υπόλοιπων νησιών του Ιονίου. Περνά από τους Δημοκρατικούς Γάλλους στους Ρώσους (1798), εντάσσεται στην Επτάνησο Πολιτεία (1800) και επανέρχεται στους Γάλλους το 1807. Δύο χρόνια αργότερα, το 1809, οι Άγγλοι καταλαμβάνουν την Κεφαλονιά, εγκαθιστούν φρουρά στο κάστρο και αναδιαμορφώνουν τα κτίσματά του. Το νησί παραμένει υπό αγγλική προστασία έως το 1864 και την ενσωμάτωση των Επτανήσων στο Ελληνικό κράτος. Το κάστρο θα υποστεί εκ νέου σημαντικές φθορές κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τους καταστροφικούς για την Κεφαλονιά σεισμούς του 1953.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Η οχύρωση, συνολικού μήκους 600 μ. περίπου, ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του υψώματος και σχηματίζει σε κάτοψη επίμηκες ακανόνιστο πολύγωνο. Η άμυνα των τειχών ενισχύεται με τρεις προμαχώνες, ισχυρότερος εκ των οποίων είναι ο νοτιοανατολικός, που προστατεύει την είσοδο, αλλά και την πιο ευάλωτη πλευρά των οχυρώσεων προς τον οικισμό του προαστίου. Η μοναδική είσοδος ανοίγεται αριστερά του νοτιοανατολικού προμαχώνα, σε ορθογώνια εσοχή, ώστε να είναι προστατευμένη και δυσπρόσιτη σε εχθρικές επιδρομές. Η σημερινή μορφή της πύλης είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερων επεμβάσεων.
Στο εσωτερικό της οχύρωσης διατηρούνται τα ερείπια του οικισμού της βενετικής περιόδου. Αμέσως μετά την είσοδο βρίσκεται μικρή πλατεία που πήρε την ονομασία της από το βενετσιάνικο κανόνι που χρησιμοποιούνταν για χαιρετιστήριες βολές μέχρι το 1940, οπότε καταστράφηκε και αντικαταστάθηκε με το σημερινό μικρότερο κανόνι του 18ου αιώνα. Το εσωτερικό του κάστρου ήταν πυκνοδομημένο με στενούς λιθόστρωτους δρόμους. Υπήρχαν ιδιωτικές κατοικίες, ναοί, όπως ο καθολικός ναός του Αγίου Μάρκου και το παρεκκλήσι της Παναγίας της Φρουράς, καθώς και τα δημόσια κτήρια που απαιτούνταν για τη λειτουργία του κάστρου και την εξυπηρέτηση της βενετικής διοίκησης (πυριτιδαποθήκη, αποθήκες οπλισμού, δεξαμενές νερού, κατοικίες των βενετών αξιωματούχων, φρουραρχείο, στρατώνες).
Ανηφορίζοντας προς την κορυφή του λόφου του κάστρου ακολουθώντας τη διαδρομή παράλληλα με το νότιο τείχος, ο επισκέπτης συναντά τον ναό του Αγίου Νικολάου και δημόσια κτίσματα, όπως το λεγόμενο διοικητήριο, την πυριτιδαποθήκη και την οικία του Προβλεπτή, όπως ονομαζόταν ο βενετός διοικητής της Κεφαλονιάς. Βόρεια από την είσοδο βρίσκεται πρόσφατα κατασκευασμένο μικρό ανοιχτό θέατρο για τη διεξαγωγή εκδηλώσεων, ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Μάρκου και στρατώνες.
Στην κορυφή του λόφου κατασκευάστηκε από τους Βενετούς, πιθανώς πάνω στα ερείπια του παλαιότερου φρουρίου, μία υπερυψωμένη ζώνη άμυνας (cavalier). Το τμήμα αυτό του κάστρου αλλοιώθηκε σε μεγάλο βαθμό όταν ο χώρος ισοπεδώθηκε από τους Ιταλούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένου να εγκατασταθούν βαρέα όπλα και πολυβολείο, που διατηρείται έως σήμερα.
Εκτός των τειχών, στην ανατολική και βόρεια πλαγιά, βρίσκεται ο οικισμός του προαστίου Μπούργο ή Εξώμπουργο, ο οποίος υπέστη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή από τους σεισμούς του 1953. Σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση διατηρείται ο ναός της Ευαγγελιστρίας, κτισμένος το 1580, που αποτελούσε τη μητρόπολη της πρωτεύουσας της Κεφαλονιάς.




