Ζάκυνθος
Κτισμένο στον λόφο που υψώνεται πάνω από την πρωτεύουσα του νησιού, στην ανατολική πλευρά που βλέπει προς την Πελοπόννησο, το κάστρο της Ζακύνθου επόπτευε το λιμάνι, καθώς και τον παραλιακό οικισμό το Αιγιαλού. Αρχαιολογικές ενδείξεις και γραπτές μαρτυρίες επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ο λόφος είχε οχυρωθεί ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Ωστόσο, οι μεταγενέστερες αλλεπάλληλες οχυρωματικές κατασκευές έχουν καταστρέψει σχεδόν εντελώς τα λείψανα της αρχαίας ακρόπολης και του οικισμού.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Καμία πληροφορία δεν είναι γνωστή για την οχύρωση του λόφου κατά τους βυζαντινούς χρόνους και την περίοδο της φραγκοκρατίας. Η παλαιότερη αναφορά στο κάστρο ανάγεται στον 15ο αιώνα και συγκεκριμένα στο 1478, όταν, σύμφωνα με κώδικα της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, «Η κυρά Κλεώπη η Κοψιδού» έκτισε ένα μοναστήρι «…εις το Κάστρο της παρόν πόλεως Ζακύνθου…». Την επόμενη χρονιά (1479), το κάστρο καταλαμβάνεται και καταστρέφεται ολοσχερώς από τους Οθωμανούς, οι οποίοι λίγα χρόνια αργότερα παραχωρούν το νησί στη Βενετία, με τον όρο να μην τειχιστεί η πόλη, η οποία τότε καταλάμβανε τη θέση του σημερινού κάστρου. Ωστόσο, η βενετική διοίκηση του νησιού συνειδητοποιεί νωρίς την ανάγκη να οχυρωθεί το κάστρο για να διασφαλιστεί η παραμονή των διοικητικών και εκκλησιαστικών αρχών, καθώς και της στρατιωτικής φρουράς, όπως επίσης και για την προστασία των κατοίκων σε περιόδους επιδρομών και εισβολών. Το αρχαιότερο σωζόμενο τμήμα ανθεκτικής οχύρωσης χρονολογείται στο 1503. Από την οχύρωση αυτή διατηρείται σήμερα μόνο ένα τμήμα με εντοιχισμένα ανάγλυφα οικόσημα και τον φτερωτό λέοντα του Αγίου Μάρκου. Κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα πραγματοποιούνται αλλεπάλληλες ανακατασκευές στην οχύρωση και στα κτήρια του κάστρου, που δέχεται συχνά πλήγματα από καταστροφικούς σεισμούς ή ανεπιτυχείς πολιορκίες των Οθωμανών. Την ίδια εποχή αρχίζει να σχηματίζεται ο παραλιακός οικισμός στους πρόποδες του λόφου, στη θέση της σημερινής πόλης της Ζακύνθου.
Μετά την πτώση της Γαληνοτάτης, το νησί περνά διαδοχικά στα χέρια των Γάλλων Δημοκρατικών (1797) και των Ρωσοτούρκων (1798), μέχρι τη σύσταση της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807). Στη συνέχεια επανέρχονται οι Γάλλοι, ενώ το 1812 γίνονται σημαντικές επεμβάσεις για την επισκευή των τειχών και των κτηρίων του κάστρου από τους Άγγλους, που εγκατέστησαν εκεί τη φρουρά τους. Από το 1815, η Ζάκυνθος ανήκει στην Ηνωμένη Πολιτεία Ιονίων Νήσων υπό αγγλική προστασία, μέχρι τις 21 Μαΐου 1864, που έγινε η ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ιταλογερμανικές δυνάμεις κατοχής κατασκεύασαν εντός του κάστρου οχυρωματικά έργα, ενώ τη δεκαετία του 1950 έγιναν μεγάλες καταστροφές στα κτήριά του, καθώς αφαιρέθηκε οικοδομικό υλικό προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε δημόσια έργα στην πόλη και το λιμάνι.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Η κατασκευή των τειχών και των οχυρώσεων όπως σώζονται σήμερα ολοκληρώθηκε το 1646, με σχέδια και επίβλεψη Βενετών μηχανικών και με προσωπική εργασία (αγγαρεία) του ντόπιου πληθυσμού. Αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής της εποχής. Τα τείχη είναι κτισμένα με μεγάλη επιμέλεια από ορθογώνιες πέτρες με συνδετικό ασβεστοκονίαμα. Αποτελούνται από ένα κεκλιμένο τμήμα μεγάλου ύψους (scarpa), ένα διάζωμα ημικυκλικής διατομής (cordone), ενώ στο ανώτερο τμήμα τους (το parapetto) ανοίγονται τυφεκιοθυρίδες και πολεμίστρες. Κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του περιβόλου, εσωτερικά του parapetto, υπάρχει ένας διάδρομος για την κίνηση των στρατιωτών. Άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο του κάστρου της Ζακύνθου ήταν οι κυκλικές σκοπιές, κάποιες από τις οποίες σώζονταν μέχρι τον σεισμό του 1953. Σε καίρια σημεία, η άμυνα ενισχύεται με προμαχώνες, η μορφή και το μέγεθος των οποίων ποικίλλει, καθώς προσαρμόζονται στο ανάγλυφο του εδάφους και τις αμυντικές ανάγκες που καλούνταν να καλύψουν. Οι προμαχώνες του κάστρου αποτυπώνονται σε δύο σχεδόν όμοιους μεταξύ τους χάρτες του Vincenzo Coronelli (1687 και 1708), ενώ σε έναν άλλο χάρτη, του Francesco Alberti (μέσα 17ου αι.), σημειώνονται και οι ονομασίες τους.
Ο μεγαλύτερος αριθμός προμαχώνων εντοπίζεται στη βόρεια και ανατολική πλευρά του περιβόλου, τις πιο ευάλωτες στις εχθρικές επιθέσεις. Ανατολικά βρίσκεται ο μεγάλος προμαχώνας Grimani, ενώ βορειότερα, στο οχύρωμα Tre Porte, ανοίγεται η σημερινή είσοδος του κάστρου. Στα βόρεια βρίσκεται το μεγάλο οχύρωμα Minotto και στη βορειοδυτική γωνία ο προμαχώνας Posto dell’Pozzeto. Στη δυτική πλευρά σήμερα διατηρείται ένας μεταγενέστερος κυκλικός πύργος, που πιθανώς αντικατέστησε τον μεγάλο βενετικό προμαχώνα dell’Aquila. Στη νότια πλευρά βρισκόταν η κυκλική οχύρωση San Marco, που καταστράφηκε από σεισμό το 1953, ενώ νοτιοανατολικά στέκεται το οχύρωμα Bembo.
ΟΙ ΠΥΛΕΣ
Η σημερινή είσοδος στο κάστρο ανοίγεται στο οχύρωμα Tre Porte και από αυτή ξεκινούσε ο λιθόστρωτος δρόμος προς τον Αιγιαλό, η Strada Giustiniana (η Σαρτζάδα όπως έγινε γνωστή στα νεότερα χρόνια). Μπροστά από την πύλη υπήρχε ξύλινη κινητή γέφυρα, που αργότερα μετασκευάστηκε σε πέτρινη.
Μία δεύτερη, επιβλητική πύλη, που οδηγούσε και αυτή στον Αιγιαλό, βρισκόταν στα νοτιοανατολικά, στο οχύρωμα Bembo. Η πύλη αυτή κλείστηκε το 1738. Ωστόσο, διατηρεί στο ανώτερο τμήμα της ανάγλυφα οικόσημα και επιγραφές με τα ονόματα των Βενετών Προβλεπτών της εποχής, των υπεύθυνων μηχανικών, καθώς και τη χρονολογία 1646.
Στα ανατολικά, στην πλατεία του προμαχώνα Grimani, ανοίγεται μία τρίτη, μικρή πυλίδα εισόδου.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Η ανασκαφική έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα έχει φέρει στο φως αρχαιολογικό υλικό που χρονολογείται από την προϊστορική μέχρι τη μεταβυζαντινή εποχή, αναδεικνύοντας το κάστρο ως τον πιο διαχρονικό οικισμό της Ζακύνθου. Σχετικά με τα οικοδομήματα, δημόσια και ιδιωτικά, που βρίσκονταν στο εσωτερικό του κάστρου από τον 16ο αιώνα και εξής, σώζονται ελάχιστες πληροφορίες, που προκύπτουν από τη μελέτη των σωζόμενων γραπτών πηγών και χαρτών και την αρχαιολογική έρευνα. Ο οικισμός χωριζόταν σε έξι συνοικίες και διέθετε τουλάχιστον 12 ορθόδοξες και πέντε καθολικές εκκλησίες κατασκευασμένες μεταξύ του 12ου και του 17ου αιώνα.
Στις ορθόδοξες εκκλησίες που διατηρούνται σήμερα ανήκει ο Άγιος Ιωάννης Θεολόγος, στη βόρεια πλευρά του φρουρίου κοντά στο οχύρωμα Tre Porte, ο οποίος ιδρύθηκε από την οικογένεια Μακρή το 1486, ενώ το 1662 ανακατασκευάστηκε εκ θεμελίων επειδή ήταν ετοιμόρροπη. Επίσης, στη βορειοδυτική πλευρά εντοπίζεται ο ναός της Παναγίας Λαουρένταινας, η οποία γνωρίζουμε πως υπήρχε στα τέλη του 15ου αιώνα και ανακαινίστηκε εκ θεμελίων μετά τον σεισμό του 1636, ενώ στην περίοδο της αγγλοκρατίας χρησιμοποιήθηκε ως πυριτιδαποθήκη. Στα ανατολικά έχει εντοπιστεί η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η αρχική φάση της οποίας ανάγεται στα τέλη του 15ου αιώνα. Το 1603, ο ναός παραχωρήθηκε στην κοινότητα Ζακύνθου και λειτούργησε ως γυναικείο μοναστήρι. Στις αρχές του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως αγγλικό σχολείο και αργότερα ως αποθήκη, ενώ υπέστη μεγάλες ζημιές από σεισμό το 1893.
Ο σημαντικότερος ναός που έχει αποκαλυφθεί είναι ο βυζαντινός ναός του Σωτήρα (San Salvatore), του 12ου αιώνα, ο οποίος μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως καθεδρικός ναός των Λατίνων. Βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του κάστρου και σήμερα είναι ορατή η κόγχη του διακονικού ανατολικά, η κόγχη της νότιας πλευράς, ενώ στον χώρο του Ιερού Βήματος έχουν αποκαλυφθεί η γένεση της κεντρικής ημικυκλικής αψίδας με δύο στρώσεις τοιχογραφιών, οι βαθμίδες, καθώς και μικρά τμήματα ψηφιδωτού δαπέδου. Στη βορειοανατολική γωνία του κάστρου έχει εντοπιστεί ο ναός της Αγίας Βαρβάρας, μικρής μονόκλιτης βασιλικής που διατηρείται ερειπωμένη. Προς το νότιο άκρο του κάστρου κτηριακά κατάλοιπα έχουν ταυτστεί με τον ναό του Αγίου Φραγκίσκου, μία μεγάλη βασιλική που αποτελούσε καθολικό μοναστηριού. Οικοδομήθηκε πιθανόν στις αρχές του 14ου αιώνα και ανακαινίστηκε στα τέλη 15ου-αρχές 16ου αιώνα.
Από τα υπόλοιπα κτίσματα της πόλης, η οποία ταυτίζεται με το φρούριο, διατηρούνται, επίσης, στα ανατολικά της εισόδου, μία μικρή πυριτιδαποθήκη, καθώς και ένα συγκρότημα δύο κτισμάτων που λειτουργούσαν ως φυλακές κατά τη βενετική περίοδο. Κοντά στο οχύρωμα Bembo βρίσκονται τα κτήρια των στρατώνων της περιόδου της αγγλοκρατίας και, νοτιότερα, το βενετικό διοικητήριο που αποτελούσε την κατοικία του Προβλεπτή και την έδρα της διοίκησης, καθώς και μία ακόμα πυριτιδαποθήκη. Στη βορειοδυτική πλευρά του κάστρου, κοντά στο οχύρωμα Posto dell’Pozzetto, έχει αποκαλυφθεί γήπεδο της περιόδου της αγγλοκρατίας. Πενιχρές είναι οι πληροφορίες για τις ιδιωτικές οικοδομές, που φαίνεται πως οι κάτοικοι αναγκάζονταν να ξανακτίζουν συχνά λόγω των αλλεπάλληλων καταστροφικών σεισμών, αλλά και των ευτελών υλικών κατασκευής. Σύμφωνα με περιγραφές περιηγητών, τα περισσότερα σπίτια ήταν μικρά και διώροφα, με κήπο.
Στο κάστρο διασώζονται επίσης πολλές δεξαμενές συλλογής υδάτων και πηγάδια, ενώ οι ανασκαφικές έρευνες αποκάλυψαν ένα εξαιρετικά επιμελημένο σύστημα συλλογής του νερού της βροχής με κτιστούς αγωγούς και θολοσκεπείς δεξαμενές.




