Ακροκόρινθος
Το κάστρο του Ακροκορίνθου βρίσκεται στον ομώνυμο λόφο πάνω από την αρχαία Κόρινθο, σε υψόμετρο περίπου 550 μ. Από τη θέση αυτή, φυσικά οχυρή, εξασφάλιζε τον έλεγχο του Κορινθιακού και του Σαρωνικού κόλπου, στα βόρεια και στα ανατολικά αντίστοιχα, ενώ, μέσω ενός δικτύου φρουρίων με οπτική σύνδεση μεταξύ τους, που έφτανε ως την Αρκαδία, ήλεγχε και την πελοποννησιακή ενδοχώρα. Η στρατηγική του θέση, η ομαλή διαμόρφωση της κορυφής του λόφου και η ύπαρξη νερού από πηγές που βρίσκονταν εντός της οχύρωσης συνετέλεσαν στη συνεχή χρήση του από τα αρχαία χρόνια μέχρι την Επανάσταση του 1821, ενώ γνώρισε εντατική κατοίκηση κυρίως κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο και τους οθωμανικούς χρόνους.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η πρώτη οχύρωση του λόφου τοποθετείται στην αρχαϊκή περίοδο, στα χρόνια των τυράννων της Κορίνθου (7ος-6ος αι. π.Χ.). Στα αρχαία χρόνια είχε τη μορφή τειχισμένης ακρόπολης ενταγμένης σε μια ευρύτερη οχύρωση, που περιλάμβανε την αρχαία Κόρινθο και το λιμάνι του Λεχαίου. Το 338 π.Χ., η πόλη της Κορίνθου καταλαμβάνεται από τους Μακεδόνες και το 243 π.Χ. εντάσσεται στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Μετά τη ρωμαϊκή κατάληψη και την ολοσχερή καταστροφή της πόλης το 146 π.Χ., τα τείχη της γκρεμίζονται. Το 44 π.Χ., η Κόρινθος επανιδρύεται ως ρωμαϊκή αποικία από τον Ιούλιο Καίσαρα και το τείχος της ανοικοδομείται με το ίδιο αρχαίο υλικό. Την περίοδο αυτή ορίζεται και έδρα του ανθύπατου της Επαρχίας της Αχαΐας.
Στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια (4ος-5ος αι.), η Κόρινθος γνωρίζει μεγάλη οικιστική άνθηση, καθώς αποτέλεσε έδρα της αυτοκρατορικής διοίκησης και η Εκκλησία της αναδεικνύεται σε μητρόπολη. Η πόλη αποκτά ξανά οχύρωση τον 5ο ή 6ο αιώνα, όταν οι αυτοκράτορες Θεοδόσιος Β΄ και Ιουστινιανός, υπό τον φόβο επικείμενων βαρβαρικών επιδρομών, προβαίνουν σε ένα πρόγραμμα οχυρωματικών έργων που περιλάμβανε την κατασκευή του Εξαμιλίου τείχους στον Ισθμό και του νέου αμυντικού περιβόλου της Κορίνθου. Ο Ακροκόρινθος πλέον αποκόπτεται από την πόλη, χωρίς ωστόσο να σταματήσει να κατοικείται.
Στους μεταβατικούς χρόνους (7ος αι.-842), η Κόρινθος γίνεται πρωτεύουσα του Θέματος της Ελλάδας (687-694) και αργότερα πρωτεύουσα του Θέματος της Πελοποννήσου (786-788).
Στη μεσοβυζαντινή περίοδο (842-1204), η πόλη της Κορίνθου εξελίσσεται σε μεγάλο εμπορικό και διοικητικό κέντρο. Το κάστρο του Ακροκορίνθου αποκτά ιδιαίτερη σημασία και διαμορφώνεται η οριστική χάραξη των τειχών του όπως σώζεται μέχρι σήμερα. Πλέον γίνεται διάκριση ανάμεσα στην Κάτω πόλη της Κορίνθου, που στις πηγές αναφέρεται ως «Εμπόριον» ή «Χώρα», και στον Ακροκόρινθο, που αναφέρεται ως «Κάστρο». Το 1147, η Κόρινθος λεηλατείται από τους Νορμανδούς. Η άλωση αυτή της πόλης έχει σαν αποτέλεσμα την ισχυροποίηση των τειχών του Ακροκορίνθου, που πιθανόν λειτουργούσε και ως έδρα των διοικητικών και εκκλησιαστικών αρχών.
Το 1203, η Κόρινθος καταλαμβάνεται από τον άρχοντα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος, από το κάστρο του Ακροκορίνθου, προέβαλε μακροχρόνια αντίσταση εναντίον του σταυροφορικού στρατού του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου. Το κάστρο δεν αλώθηκε ποτέ, ωστόσο, έπειτα από πενταετή πολιορκία και τον θάνατο του Λέοντα Σγουρού, που σύμφωνα με τον μύθο αυτοκτόνησε πέφτοντας έφιππος από τα τείχη, οι Κορίνθιοι συνθηκολόγησαν με τους Φράγκους το 1210. Τότε, η Κόρινθος ενσωματώνεται στο φράγκικο πριγκιπάτο της Αχαΐας και γίνεται έδρα του Λατίνου αρχιεπισκόπου. Ιδιαίτερα από τα μέσα του 13ου αιώνα, η πόλη γνωρίζει νέα ανάπτυξη ως μεγάλο οικονομικό και στρατιωτικό κέντρο. Ωστόσο, στη διάρκεια του 14ου αιώνα, φυσικές καταστροφές, εχθρικές επιδρομές, αλλά και η γενικότερη αστάθεια λόγω των συγκρούσεων μεταξύ των Βυζαντινών του Μυστρά και των Φράγκων, έχουν σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή παρακμή της περιοχής, ώσπου το 1358 περνά στα χέρια της φλωρεντινής οικογένειας των Acciauolli. To 1395, το κάστρο του Ακροκορίνθου, που πλέον ταυτίζεται με την Κόρινθο, δίνεται ως προίκα στον Θεόδωρο Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά, και πέντε χρόνια αργότερα πωλείται προσωρινά στους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου (1400-1404). Από το 1404 και έως την οθωμανική κατάκτηση της Κορίνθου το 1458 περιέρχεται ξανά στους Βυζαντινούς.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας (Α΄ οθωμανοκρατία 1458-1678, Β΄ οθωμανοκρατία 1715-1823), αλλά και το σύντομο διάστημα της βενετοκρατίας (1678-1715), ο Ακροκόρινθος διατηρεί τη σημασία του. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Κορίνθου είχε εγκατασταθεί εδώ ήδη από τον 14ο αιώνα και παρέμεινε καθ’ όλον τον 15ο και 16ο αιώνα, ενώ οι Οθωμανοί αναπτύσσουν μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα. Μάλιστα, κατά τον 17ο αιώνα, ο πληθυσμός είναι χωρισμένος, με τους μουσουλμάνους να κατοικούν στο μέσα κάστρο και τους χριστιανούς χαμηλότερα, μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης γραμμής οχύρωσης.
Στη σύντομη περίοδο της βενετοκρατίας, ο Ακροκόρινθος αναφέρεται ως «Fortezza di Corinto», ενώ σύμφωνα με την απογραφή του Grimani, το 1700 κατοικείται από 80 οικογένειες.
Μετά την οθωμανική ανάκτηση (1715) και ενώ ο Ακροκόρινθος εξακολουθεί να κατοικείται, αρχίζει να αναπτύσσεται ο κάτω οικισμός της Κορίνθου. Στις 26 Οκτωβρίου 1823, τα ελληνικά στρατεύματα με αρχηγό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη απελευθερώνουν το κάστρο έπειτα από τρεις πολιορκίες (Απρίλιος 1821, Ιανουάριος 1822, Ιανουάριος 1823). Ο Ακροκόρινθος παραμένει κατοικημένος και μετά το 1823.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Η σημερινή μορφή του κάστρου του Ακροκορίνθου είναι αποτέλεσμα αλλεπάλληλων επεμβάσεων, ενισχύσεων και ανακατασκευών που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του.
Τα περιμετρικά τείχη του ακολουθούν τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους. Έχουν συνολικό μήκος 3.000 μ. και περικλείουν μια έκταση περίπου 240.000 τ.μ., καθιστώντας το κάστρο ένα από μεγαλύτερα της Πελοποννήσου. Ενισχύονται με προτειχίσματα που διαμορφώνονται στα ανατολικά, βορειοανατολικά, νοτιοανατολικά και βορειοδυτικά του περιμετρικού τείχους, τα οποία προστατεύουν αντίστοιχες προσβάσεις-εισόδους προς το εσωτερικό του κάστρου.
Το βασικό σημείο άμυνας διαμορφώνεται στη δυτική πλευρά του λόφου, που είναι η πιο ομαλή και ευπρόσβλητη. Εδώ βρίσκεται η κύρια πρόσβαση στο εσωτερικό του κάστρου, που διαμορφώνεται με τρεις διαδοχικές πύλες, αντίστοιχες της τριπλής γραμμής οχύρωσης της πλευράς αυτής. Η πρώτη (εξωτερική) γραμμή οχύρωσης είναι η πιο πρόσφατη χρονολογικά και κατασκευάστηκε στο α΄ μισό του 15ου αιώνα, είτε κατά την περίοδο των Ιωαννιτών Ιπποτών είτε κατά την παλαιολόγεια.
Η δεύτερη (ενδιάμεση) οχύρωση συμπίπτει με την κύρια εξωτερική είσοδο του κάστρου της μεσοβυζαντινής περιόδου. Η τρίτη (εσωτερική) δυτική οχύρωση διαμορφώθηκε επίσης κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Ακολουθεί την αρχαία χάραξη των τειχών και ενισχύεται με έξι πύργους. Έχει σχήμα C, στα άκρα του οποίου διαμορφώνονται δύο ισχυροί προμαχώνες. Πίσω από την τελευταία αυτή εσωτερική γραμμή οχύρωσης, μπαίνοντας στο εσωτερικό του κάστρου (μέσα κάστρο) βρισκόταν ο μεσαιωνικός οικισμός. Στα χρόνια της οθωμανοκρατίας, ο οικισμός αυτός επεκτείνεται και από τον 17ο αιώνα χωρίζεται· στο μέσα κάστρο κατοικούν οι Οθωμανοί και στην περιοχή μεταξύ της ενδιάμεσης και της εσωτερικής οχύρωσης οι χριστιανοί.
Στις δύο κορυφές του λόφου του Ακροκορίνθου, βορειοανατολικά και νοτιοδυτικά, υψώνονται δύο πύργοι που εξασφάλιζαν την εποπτεία τόσο του εσωτερικού του κάστρου, όσο και μεγάλου τμήματος της Πελοποννήσου, του Κορινθιακού και Σαρωνικού κόλπου. Ο βορειοανατολικός πύργος χρονολογείται στη μεσοβυζαντινή περίοδο και σήμερα σώζεται μόνο η θεμελίωσή του. Ο πύργος της νοτιοδυτικής κορυφής προστατεύεται από μικρό φρούριο, που αποτελεί την ακρόπολη του κάστρου. Ονομάζεται «Φράγκικος Πύργος» καθώς, σύμφωνα με γραπτές πηγές, ο πρίγκιπας Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος επισκεύασε στα μέσα του 13ου αιώνα το κάστρο και έκτισε παλάτι μέσα σε αυτό. Ωστόσο, στη μορφή που σώζεται σήμερα, αποτελεί κτίσμα της οθωμανικής περιόδου. Διαθέτει υπόγεια κινστέρνα, κυρίως χώρο και δώμα.
ΟΙ ΠΥΛΕΣ
Η κύρια πρόσβαση στο κάστρο βρίσκεται στην ομαλότερη, δυτική πλευρά του λόφου και διαμορφώνεται με τρεις μνημειακές πύλες, που αντιστοιχούν στις τρεις γραμμές οχύρωσης της πλευράς αυτής. Η πρώτη πύλη αντιστοιχεί στην εξωτερική γραμμή οχύρωσης και χρονολογείται στο α΄ μισό του 15ου αιώνα, είναι τοξωτή και επιστέφεται με τυφλό τόξο, στο οποίο διατηρείται βυζαντινή μαρμάρινη πλάκα σε δεύτερη χρήση. Μπροστά από την πύλη υπήρχε τάφρος με ξύλινη κινητή γέφυρα. Η δεύτερη πύλη, της ενδιάμεσης γραμμής οχύρωσης χρονολογείται κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο και ανοίγεται στη βάση ενός πύργου με όροφο και δωμάτιο το οποίο πιθανώς λειτουργούσε ως παρεκκλήσιο, ενώ δύο ακόμα πύργοι, νότια και δυτικά, ενίσχυαν την ασφάλειά της. Η τρίτη πύλη, επίσης μεσοβυζαντινή, που αντιστοιχεί στην τελευταία εσωτερική γραμμή οχύρωσης και οδηγεί στο μέσα κάστρο, ανοίγεται μεταξύ δύο πύργων. Για την κατασκευή της έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό και διακοσμείται με τυφλό πεταλόσχημο τόξο.
Πύλες που παρέχουν πρόσβαση στο κάστρο ανοίγονται και στα τέσσερα προτειχίσματα της ανατολικής και βόρειας πλευράς του περιμετρικού τείχους, ενώ τέσσερις ακόμα πύλες, οι δύο εκ των οποίων ενισχύονται επίσης με προτειχίσματα, βρίσκονται στη βορειοανατολική και τη νοτιοδυτική πλευρά.
Τέλος, δύο διαδοχικές πύλες ανοίγονται στην ακρόπολη, στα νοτιοδυτικά του κάστρου. Η μία οδηγεί μέσω των εξωτερικών τειχών στον χώρο της ακρόπολης, ενώ η δεύτερη οδηγεί από την ακρόπολη στο εσωτερικό του μέσα κάστρου.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Στο εσωτερικό του κάστρου του Ακροκορίνθου διατηρούνται κατάλοιπα κτηρίων όλων των ιστορικών περιόδων που παρέμενε σε χρήση. Στη δυτική πλευρά του κάστρου, στην περιοχή μεταξύ της ενδιάμεσης και της εσωτερικής οχύρωσης, διατηρούνται θεμέλια κατοικιών του χριστιανικού οικισμού των οθωμανικών χρόνων. Στο μέσα κάστρο διακρίνονται ερείπια οικιών και άλλων κτηρίων του μεσαιωνικού και οθωμανικού οικισμού: μουσουλμανικά τεμένη, λουτρά, κτιστές κρήνες, μία μεγάλη βυζαντινή κινστέρνα πάνω από την οποία διαμορφώνεται πλάτωμα, που κατά τη βυζαντινή περίοδο φιλοξενούσε δημόσια κτήρια. Εδώ βρίσκεται και ο μονόχωρος μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Δημητρίου, που λειτουργεί μέχρι σήμερα.
Στην ανατολική πλευρά του κάστρου, σε κοντινή απόσταση από τον πύργο της βορειοανατολικής κορυφής, διατηρούνται λείψανα του αρχαίου ιερού της Αφροδίτης, στη θέση του οποίου κτίζεται κατά τη βυζαντινή περίοδο τρίκλιτη βασιλική. Μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κορίνθου, στην ίδια θέση ανεγείρεται ταφικό μνημείο.
Το κάστρο διέθετε μεγάλη επάρκεια σε νερό. Μεγάλος αριθμός φυσικών κοιλοτήτων, πηγαδιών και δεξαμενών επέτρεπαν στους κατοίκους να παραμένουν μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα σε αυτό χωρίς να αντιμετωπίζουν προβλήματα λειψυδρίας. Στο μέσο της νότια πλευράς του κάστρου βρίσκεται η σημαντικότερη από αυτές τις δεξαμενές, η κρήνη Άνω Πειρήνη. Είναι κτισμένη σε φυσική κοιλότητα του βράχου και αποτελεί υδραυλικό έργο της κλασικής περιόδου, που σώζεται άθικτο έως σήμερα. Η ύπαρξή της συνδέεται με μύθους, καθώς δόθηκε ως δώρο στον βασιλιά της Κορίνθου Σίσυφο από τον ποταμό της Κορινθίας Ασωπό ή ξεπήδησε από το χτύπημα του ποδιού του Πήγασου, όταν τον συνέλαβε ο Βελλεροφόντης. Βορειοδυτικά της κρήνης βρίσκεται στρατώνας της βενετικής περιόδου.
Σήμερα, ο επισκέπτης του Ακροκορίνθου μπορεί να περιηγηθεί, μέσα από διαμορφωμένα μονοπάτια, σε όλες τις θέσεις του λόφου.






