Γλαρέντζα

Γλαρέντζα

Η Γλαρέντζα (η Clarence ή Clarentia των Φράγκων), κτισμένη στο βορειοδυτικό άκρο της δυτικότερης χερσονήσου της Πελοποννήσου, στη θέση της αρχαίας Κυλλήνης, υπήρξε το επίνειο της Ανδραβίδας, πρωτεύουσας του φράγκικου Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Μαζί με το κοντινό κάστρο Χλεμούτσι αποτέλεσαν την κύρια γραμμή άμυνας της ευρύτερης περιοχής. Η σημασία της υπήρξε καίρια, καθώς εξασφάλιζε τη διακίνηση εμπορευμάτων και στρατευμάτων από και προς τη Δύση, ενώ αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της μεσαιωνικής Ελλάδας παρά τη σύντομη διάρκεια του βίου της, που δεν ξεπέρασε τους δύο αιώνες.

Ο ναός του αγίου Φραγκίσκου, καθεδρικός της Γλαρέντζας, αρχείο ΕΦΑ Ηλείας, φωτογράφος Κ. Ξενικάκης
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Ιδρύθηκε λίγο μετά τα μέσα του 13ου αιώνα από τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο (1246-1278) και αποτελεί μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις που οι Φράγκοι επέλεξαν να κτίσουν την πόλη εξ αρχής αντί να χρησιμοποιήσουν μία προϋπάρχουσα βυζαντινή θέση. Η Γλαρέντζα, από την ίδρυσή της, λειτουργεί ως το βασικό εμπορικό και στρατιωτικό λιμάνι των Φράγκων και αναπτύσσεται ταχύτατα σε μεγάλο αστικό και οικονομικό κέντρο με διεθνή ακτινοβολία, ενώ αποκτά διοικητική σημασία ίση με εκείνη της Ανδραβίδας. Διαθέτει δικό της σύστημα μέτρων και σταθμών, ενώ από το 1267, με άδεια του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Θ΄ εγκαθίσταται στην πόλη νομισματοκοπείο που εξέδιδε deniers tournois (τορνέσια). Μετά το 1267, όταν το πριγκιπάτο καθίσταται υποτελές στους Anjou του βασιλείου της Νεάπολης, η Γλαρέντζα γνωρίζει περαιτέρω άνθηση. Βενετοί και άλλοι Ιταλοί έμποροι κυριαρχούν στην πόλη, συμβάλλοντας σημαντικά στην οικονομική της ανάπτυξη.
Η πόλη υφίσταται για πρώτη φορά καταστροφές στα τέλη του 14ου αιώνα (περ. 1380) από τη μισθοφορική Εταιρεία των Ναβαρραίων. Σε απογραφή του 1391 αναφέρεται η ύπαρξη μόνο 300 σπιτιών στη Γλαρέντζα, με κατοίκους κυρίως Ιταλούς, αλλά και κάποιους Έλληνες. Το 1407 λεηλατείται από τον Λεονάρδο Τόκκο, ο οποίος την καταλαμβάνει μέχρι το 1414, οπότε επιστρέφεται στο πριγκιπάτο, στον ηγεμόνα Centurione Zaccaria. Κατά το 1417/8 καταλαμβάνεται από τον Ιταλό Oliverio Franco και το 1421/2 πωλείται στον Κάρολο Τόκκο, κόμη της Κεφαλονιάς και Δεσπότη της Ηπείρου.
Το 1427, ο Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος πολιορκεί τη Γλαρέντζα, ενώ το 1428 παραχωρείται από τον Κάρολο Τόκκο στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ως προίκα για τον γάμο της ανιψιάς του. Το 1430 καταλαμβάνεται από Καταλανούς μισθοφόρους, οι οποίοι, το ίδιο έτος, την πωλούν στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ο τελευταίος αποφασίζει να γκρεμίσει τα τείχη της για να αποτρέψει νέα κατάληψή της. Το 1432 ορίζεται πρωτεύουσα ενός δεύτερου Δεσποτάτου στην Πελοπόννησο από τον Θωμά Παλαιολόγο. Το 1446 υφίσταται εκτεταμένες καταστροφές από τον σουλτάνο Μουράτ Β΄ και το 1460 παραδίδεται πλέον στους Οθωμανούς. Έκτοτε, η Γλαρέντζα εγκαταλείπεται και μόνο ερείπια αναφέρονται από τους περιηγητές στην περιοχή κατά τους επόμενους αιώνες.
Το 1922 κηρύσσεται αρχαιολογικός χώρος, ωστόσο διανέμεται για καλλιέργεια σε Μικρασιάτες πρόσφυγες και υφίσταται εκτεταμένες αλλοιώσεις λόγω της συστηματικής άροσης. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υφίσταται ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα, καθώς τα κατοχικά στρατεύματα ανατινάζουν σχεδόν κάθε ερείπιο που σωζόταν σε ύψος.
Σήμερα, η Γλαρέντζα σώζεται σε εξαιρετικά ερειπιώδη κατάσταση, ωστόσο η πρόσφατη αρχαιολογική έρευνα έχει αποδώσει σημαντικές πληροφορίες για τη μορφή της άλλοτε ένδοξης πόλης των Φράγκων.

Η τειχισμένη πόλη αναπτυσσόταν σε ελαφρώς υπερυψωμένο έδαφος έκτασης 157 στρεμμάτων περίπου. Η νότια και ανατολική της πλευρά προστατευόταν από τείχη που ακολουθούσαν το ανάγλυφο του εδάφους και ενισχύονταν από βαθιά τάφρο, ενώ σε καίρια σημεία, όπως γωνίες και πύλες, υψώνονταν ορθογώνιοι πύργοι, ίχνη των οποίων ήρθαν στο φως κατά τις τελευταίες ανασκαφές. Η βόρεια και δυτική πλευρά, που βρέχεται από τη θάλασσα, παρέμενε ατείχιστη. Ένα εσωτερικό διατείχισμα στη βόρεια πλευρά διαχώριζε την πόλη από το λιμάνι και το «εμπορείο», δηλαδή τον χώρο των εμπορικών δραστηριοτήτων.
Στο πιο οχυρό σημείο της πόλης, επάνω από τη δυτική απόκρημνη ακτή που προσφέρει φυσική προστασία, διατηρούνται τα ερείπια μικρού φρουρίου με κάτοψη σχήματος Π και τετράπλευρους πύργους στις γωνίες. Τα αρχαιολογικά δεδομένα και μία επιγραφική μαρτυρία του 1441-1442 τοποθετούν την ίδρυσή του στα χρόνια που η πόλη ανήκε στους Παλαιολόγους. Ωστόσο, προγενέστερα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και μία λίθινη πλάκα με τον θυρεό των Βιλλεαρδουίνων υποδεικνύουν πως στη θέση αυτή πιθανόν βρισκόταν και η κατοικία του Φράγκου ηγεμόνα στην πόλη.
Η ακριβής οικιστική διαμόρφωση της Γλαρέντζας δεν είναι γνωστή, καθώς το εσωτερικό της δεν έχει ερευνηθεί εκτενώς. Ωστόσο, καθώς κατασκευάστηκε εκ του μηδενός, θεωρείται ότι θα ήταν προσεκτικά σχεδιασμένη, όπως υποδεικνύεται από τη θέση και τον προσανατολισμό των λίγων κτηρίων που έχουν διατηρηθεί. Η τειχισμένη πόλη ήταν σχετικά μικρή σε έκταση, ενώ φαίνεται πιθανό ότι εκτεινόταν και εκτός των τειχών, παράλληλα με τις δύο κύριες οδούς που οδηγούσαν προς την Ανδραβίδα και το Χλεμούτσι.

Τρεις πύλες, σήμερα κατεστραμμένες, ανοίγονταν στον εξωτερικό περίβολο. Η πρώτη, «του γυαλού η πόρτα», όπως αναφέρεται στο Χρονικό των Τόκκων, ανοιγόταν στο διατείχισμα, οδηγώντας προς το εμπορείο και το λιμάνι. Η δεύτερη, στα ανατολικά, έβγαζε στον δρόμο που οδηγούσε στην Ανδραβίδα. Ενισχυόταν με πύργο και μπροστά της υπάρχει πέτρινο τοξωτό γεφύρι που περνούσε πάνω από την τάφρο, ενώ διατηρείται και τμήμα του λιθόστρωτου δρόμου. Η τρίτη, στα νοτιοανατολικά, ανοιγόταν προς το κάστρο Χλεμούτσι και είχε επίσης πυργοειδή μορφή.
Η είσοδος στο φρούριο (εσωτερικός περίβολος) γινόταν από τον νοτιοανατολικό πύργο μέσω μίας υπερυψωμένης πύλης με γοτθικό πλαίσιο.

Σήμερα, ελάχιστα ερείπια παραμένουν ορατά στο εσωτερικό της πόλης, πέραν του μικρού φρουρίου στα δυτικά. Στην ανατολική πλευρά, απ’ όπου σήμερα γίνεται η είσοδος στον αρχαιολογικό χώρο, έχουν ανασκαφεί τα ερείπια μεγάλου ναού, που ταυτίζεται με τον καθεδρικό ναό της Γλαρέντζας, αφιερωμένο στον άγιο Φραγκίσκο. Εδώ γίνονταν οι συνελεύσεις των Φράγκων ηγεμόνων, ενώ αποτέλεσε και χώρο ταφής ευγενών του πριγκιπάτου. Η ίδρυσή του τοποθετείται στα μέσα περίπου του 13ου αιώνα. Πρόκειται για εντυπωσιακών διαστάσεων μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική γοτθικής αρχιτεκτονικής με ορθογωνικής κάτοψης ιερό και παρεκκλήσια στεγασμένα με σταυροθόλια. Οι τοίχοι του ήταν κατάγραφοι με τοιχογραφίες. Στο εσωτερικό του ανεσκάφησαν δεκάδες ταφές, ενώ αποκαλύφθηκαν κτιστοί τάφοι κατά μήκος των μακρών τοίχων του ναού (μερικοί με ψευδοσαρκοφάγους και αρκοσόλια).
Τέλος, κοντά στο διατείχισμα που χώριζε το βούργο από το εμπορείο και το λιμάνι, διατηρούνται ερείπια δύο ακόμη κτηρίων: ένα διώροφο σε σχήμα Γ με κτιστή μνημειακή κλίμακα στα νότια, που παραμένει αταύτιστο, και άλλο ένα με τρεις αίθουσες, που ερμηνεύεται πιθανόν ως οθωμανικό λουτρό.

Το λιμάνι, που παρέμεινε σε χρήση από την αρχαιότητα έως τον μεσαίωνα, βρισκόταν στη θέση Αρσανάς, μια βαλτώδη σήμερα έκταση στη βόρεια πλευρά της πόλης. Όπως μαρτυρούν αρχαιολογικά κατάλοιπα, αλλά και η περιγραφή του λιμανιού στο Χρονικό των Τόκκων, το μεσαιωνικό λιμάνι προστατευόταν από δύο πύργους στην προέκταση των τειχών της πόλης (δίπυργα) και ήταν κατάλληλο για το αγκυροβόλιο μεγάλων πλοίων. Σήμερα, το λιμάνι έχει καταχωθεί. Διατηρούνται τμήματα από τους προβλήτες και από έναν πύργο των αρχαίων χρόνων, ενώ από το λιμάνι της μεσαιωνικής Γλαρέντζας σώζεται βυθισμένο τμήμα του λιμενοβραχίονα, καθώς και ερείπια του ανατολικού πύργου.

error: Content is protected !!