Γεράκι
Το κάστρο του Γερακίου είναι κτισμένο στις νοτιοδυτικές παρυφές ενός λόφου-πρόβουνου του Πάρνωνα με τη σημερινή ονομασία «Παλαιόκαστρο». Η θέση του προσέφερε ευρεία εποπτεία των κύριων δρόμων που ένωναν την κεντρική Λακωνία με την Κυνουρία, την ανατολική Πελοπόννησο και τη χερσόνησο του Μαλέα, επιτηρώντας ταυτόχρονα τον εκτεταμένο κάμπο του Γερακίου που φτάνει ως τις ακτές του Λακωνικού Κόλπου.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην ευρύτερη περιοχή εντοπίζονται στον χώρο της προϊστορικής, τειχισμένης ακρόπολης, στην κορυφή κοντινού λόφου με τη σημερινή ονομασία Δοντάκια, στην πλαγιά του οποίου εκτείνεται το σημερινό χωριό Γεράκι. Εκεί εντοπίσθηκαν θραύσματα κεραμικής και εργαλεία οψιανού από τη Μήλο, που χρονολογούνται στην Ύστερη Νεολιθική περίοδο. Σε αυτόν τον λόφο αναπτύχθηκε από την Εποχή του Χαλκού έως τη βυζαντινή περίοδο μία σημαντική λακωνική πολιτεία, «αι Γερόνθραι». Η ταύτιση του σημερινού οικισμού με την αρχαία πόλη βασίζεται στη γραπτή διήγηση του Παυσανία, ο οποίος περιόδευσε στην Ελλάδα τον 2ο αιώνα.
Η μετονομασία της πολιτείας σε Γεράκι τοποθετείται χρονικά ενδεχομένως στην τελευταία φάση της μέσης βυζαντινής περιόδου, έως τον 11ο ή το αργότερο τον 12ο αιώνα, όταν στο Βυζάντιο άρχισαν να αναφαίνονται φεουδαλικές τάσεις, και πιθανόν προέρχεται από το όνομα κάποιου πλούσιου τοπικού γαιοκτήμονα της περιοχής.
Το βυζαντινό Γεράκι θα πρέπει να αναπτύχθηκε γοργά, από τον 10ο αιώνα και εξής, εφόσον μετά τον 12ο αιώνα γνώρισε μεγάλη ακμή, όπως συνάγεται από τη μεγάλη πυκνότητα ναών της ύστερης βυζαντινής περιόδου, που εντοπίζονται στον οικισμό και στο κάστρο και οι οποίοι εντυπωσιάζουν με την καλαίσθητη αρχιτεκτονική τους και τον υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας ζωγραφικό τους διάκοσμο.
Από τη μνημειακή τοπογραφική μελέτη του χώρου προκύπτει το συμπέρασμα ότι κατά τα τέλη των μέσων βυζαντινών χρόνων και στην πρώτη φάση της ύστερης βυζαντινής περιόδου, ο οικισμός στον κάμπο εξακολουθεί να κατοικείται. Παράλληλα, μέσα στον 13ο αιώνα αρχίζει η οικοδομική δραστηριότητα, με την ανέγερση του κάστρου στα μέσα του 13ου αιώνα στον λόφο «Παλαιόκαστρο». Έτσι, σταδιακά, η παλαιά πόλη εγκαταλείπεται και η κατοίκηση μεταφέρεται μέσα και γύρω από το μεσαιωνικό κάστρο.
Ιδρυτής του κάστρου, σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως, είναι ο Φράγκος βαρόνος Guy de Nivelet ή ο γιος του Jean, στους οποίους παραχωρήθηκε το Γεράκι μαζί με έξι φέουδα, για να γίνει μία από τις δώδεκα φραγκικές βαρονίες της Πελοποννήσου. Το 1259, ο πρίγκιπας της Αχαΐας Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος ηττάται και αιχμαλωτίζεται στη μάχη της Πελαγονίας από τους βυζαντινούς. Παραμένει αιχμάλωτος τους μέχρι το 1262, όταν οι Φράγκοι παραχωρούν ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του τα κάστρα του Μυστρά, της Μονεμβασίας, της Μεγάλης Μαΐνης και του Γερακίου.
Την περίοδο της βυζαντινής κυριαρχίας, το κάστρο και ο οικισμός γνωρίζουν μεγάλη ακμή, κυρίως εξαιτίας της θέσης τους, που ήλεγχε τον δρόμο που ένωνε τον Μυστρά και τη Μονεμβασία, τις δύο πιο σημαντικές πόλεις του Δεσποτάτου της Πελοποννήσου. Το 1460, η περιοχή, όπως και όλη η Πελοπόννησος, κατακτάται από τους Οθωμανούς, στα χέρια των οποίων και θα παραμείνει, με μικρά διαλείμματα, μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η οθωμανική κυριαρχία της Πελοποννήσου από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα διακόπτεται μόνο για σύντομα διαστήματα, όταν φρούρια καταλαμβάνονται από τους Βενετούς, κατά τον Α΄ βενετο-οθωμανικό πόλεμο (1463-1479) και ακολούθως στην περίοδο της Β΄ βενετοκρατίας της Πελοποννήσου (1685-1715).
Το κάστρο εγκαταλείπεται σταδιακά από τα μέσα του 15ου αιώνα και ο οικισμός μεταφέρεται γύρω στα 1700 εκ νέου και οριστικά στη σημερινή του τοποθεσία. Μόνο τον Σεπτέμβριο του 1825, οι κάτοικοι του Γερακίου, μετά την πυρπόληση του χωριού από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, καταφεύγουν πρόσκαιρα ξανά στο κάστρο, στην προσπάθειά τους να αμυνθούν και να προστατευτούν.
Στο κάστρο έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες στερέωσης, ανάδειξης και συντήρησης τοιχογραφιών από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Το κάστρο του Γερακίου καταλαμβάνει την ψηλότερη, τη βόρεια, κορυφή του λόφου Παλαιόκαστρο. Τα τείχη του ακολουθούν τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και σχηματίζουν ακανόνιστη πολύπλευρη κάτοψη. Το μήκος του κάστρου από βορρά προς νότο είναι περίπου 125 μ., ενώ το πλάτος του περίπου 65 μ., περικλείοντας μια έκταση 5 περίπου στρεμμάτων.
Η κεντρική είσοδός του βρίσκεται στη μέση περίπου της δυτικής πλευράς του τείχους, όπου καταλήγει ο βασικός οδικός άξονας του οικισμού. Επάνω από την τοξωτή θύρα του τείχους σώζεται σήμερα κενό τυφλό αψίδωμα, μέσα στο οποίο ενδεχομένως είχαν εντοιχισθεί τα οικόσημα της οικογένειας του Φράγκου ιδρυτή του κάστρου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το κεραμοπλαστικό κόσμημα που απομιμείται δικτυωτό πλέγμα, αναπτύσσεται σε ζώνη εκατέρωθεν της κεντρικής πύλης, επάνω από τη γένεση του τοξωτού ανωφλίου της, και αποτελεί τυπικό κεραμοπλαστικό κόσμημα της αρχιτεκτονικής της ύστερης βυζαντινής περιόδου.
Το τείχος του κάστρου ενισχυόταν με πύργους και επάλξεις. Καθώς ήταν ευπρόσβλητο από τη νότια πλευρά του ενισχύθηκε με δύο μεγάλους, τετράγωνους πύργους σε αυτό το τμήμα του, πιθανότατα μετά την ανακατάληψή του από τους Βυζαντινούς.
Η ακριβής χρονολογία οικοδόμησης του κάστρου είναι άγνωστη, έχει πάντως υποστηριχθεί ότι θα πρέπει να ανάγεται στα μέσα του 13ου αιώνα, ενώ στο μνημείο διακρίνεται και επισκευαστική φάση που θα πρέπει να ανήκει στα χρόνια μετά τη βυζαντινή ανακατάληψη του φρουρίου μετά το 1262.
Από το κάστρο σήμερα διατηρείται εκτεταμένο τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου με τους πύργους, τις επάλξεις και τις πολεμίστρες, καθώς και η σκάλα που οδηγούσε στον περίδρομο των τειχών. Στο εσωτερικό του σώζονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα οικοδομημάτων, μεμονωμένα ή οργανωμένα σε συγκροτήματα. Δύο σημαντικών διαστάσεων οικοδομήματα με πολλούς εσωτερικούς χώρους θεωρήθηκε ότι αποτελούσαν την κατοικία του Φράγκου άρχοντα. Εδώ βρίσκεται και ο ναός του Αγίου Γεωργίου που χρονολογείται στον 13ο αιώνα και πιθανότατα αποτελούσε την κεντρική εκκλησία του οχυρωμένου οικισμού. Διατηρεί σχεδόν το σύνολο του τοιχογραφικού της διακόσμου, που ανάγεται στα τέλη του 13ου και στον 14ο αιώνα, καθώς και πώρινο προσκυνητάρι με περίτεχνο διάκοσμο στον βόρειο τοίχο του γύρω από την παράσταση του έφιππου αγίου Γεωργίου.
Μέσα στο κάστρο τέλος υπάρχουν και δύο δεξαμενές.
Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ
Η οικιστική συγκέντρωση μέσα και γύρω από το κάστρο συνεχίσθηκε σε όλη την ύστερη βυζαντινή περίοδο. Οικίες και ναοί, που χρονολογούνται από τον 13ο έως και τον 15ο αιώνα, σώζονται σήμερα στην ερειπωμένη βυζαντινή πολιτεία, αψευδείς μάρτυρες μιας εποχής μεγάλης ακμής.
Τα λείψανα του οικισμού ανιχνεύονται στις δύο κορυφές του λόφου Παλαιόκαστρο. Τα κτίσματα του βασικού οικισμού αναπτύσσονται στη βόρεια κορυφή και στη δυτική πλαγιά κάτω από το κάστρο. Ο οικισμός αυτός απλώνεται στην πλαγιά σε σχήμα τραπεζίου, με τη βόρεια πλευρά του φυσικά οχυρή από τους βράχους, που σχηματίζουν τείχος, και τη νότια πλευρά του ανοικτή στην πλαγιά.
Ο χώρος είναι δομημένος με διαφορετική πυκνότητα. Διακρίνονται τρεις βασικές κτηριακές ενότητες, τρεις γειτονιές, ενώ από το οδικό δίκτυο του οικισμού, το οποίο σήμερα ανιχνεύεται σε αποτμήσεις γωνιών, σε προσβάσεις οικιών, σε λαξεύσεις στον φυσικό βράχο, σε κτιστά σκαλοπάτια, σε πεζούλια και σε τοίχους αντιστήριξης, πιστοποιούνται τρεις τουλάχιστον δρόμοι και ένα πλήρες δίκτυο μονοπατιών
Στη χαμηλότερη ζώνη των οικοδομημάτων είχε δημιουργηθεί ένα πλάτωμα, στην περίμετρο του οποίου βρίσκονται ο ναός της Αγίας Παρασκευής (α΄ μισού 15ου αι.) και ο ναός της Αγίας Αικατερίνης (με τοιχογραφίες του 14ου αι.).
Από το πλάτωμα αυτό ξεκινούσαν οι βασικοί δρόμοι και τα μονοπάτια του οικισμού. Η ύπαρξη μεγάλης δημόσιας δεξαμενής στον χώρο αυτόν οδήγησε στη διατύπωση της υπόθεσης ότι το πλάτωμα λειτουργούσε ως πλατεία για κοινωνικές συναθροίσεις και εμπορικές συναλλαγές, σε άμεση σχέση με την είσοδο του οικισμού.
Έχει επίσης επιβεβαιωθεί ένα είδος περιμετρικής οχύρωσης για την προστασία του οικισμού, στοιχείο που απαντάται σε όλους σχεδόν τους ορεινούς οικισμούς της ύστερης βυζαντινής περιόδου κάτω από κάστρα, όπως στον Μυστρά, τη Μονεμβασία και το Αρκαδικό Μουχλί.
Στον βασικό αυτόν οικιστικό πυρήνα βρίσκονται επίσης ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής (α΄ μισού 15ου αι.), ο ημιερειπωμένος ναός του Αγίου Δημητρίου (με τοιχογραφίες 13ου-14ου αι.), ανώνυμος ναός που αποκαλείται από τους κατοίκους του Γερακίου «μονόριχτη εκκλησία», εξαιτίας της μονόριχτης σήμερα στέγασής του, και δύο ακόμα ανώνυμοι ναΐσκοι.
Το σημαντικότερο κοσμικό οικοδόμημα σε αυτόν τον οικιστικό πυρήνα είναι ένα συγκρότημα τεσσάρων διώροφων κτηρίων, που βρίσκεται βόρεια της Αγίας Παρασκευής και δυτικά του Αγίου Δημητρίου και το οποίο οι ντόπιοι ονομάζουν «κατοικία του Nivelet». Δεδομένου ότι η κατοικία του Φράγκου ηγεμόνα θα πρέπει να βρισκόταν μέσα στο κάστρο, αυτό το κτήριο ίσως να ανήκε σε κάποιον ισχυρό Φράγκο άρχοντα.
Αν και τα λείψανα των ιδιωτικών κτηρίων είναι περιορισμένα, γίνεται σαφές ότι πυρήνας του οικισμού ήταν το κάστρο και ότι δεν υπήρξε πολεοδομικός σχεδιασμός, αλλά χαράχθηκε ένα δίκτυο μονοπατιών για την εξυπηρέτηση των οικιών και των εκκλησιών που οικοδομήθηκαν σε έδαφος με μεγάλη κλίση. Η απουσία μελετημένου πολεοδομικού σχεδίου, η εξάρτηση του οικισμού από ένα κάστρο-κέντρο της στρατιωτικής και της διοικητικής εξουσίας και η διάταξη των κτισμάτων σε στενή συνάρτηση με το κεκλιμένο έδαφος απαντούν επίσης στον Μυστρά και το Μουχλί.
Έχει παρατηρηθεί ότι οι οικίες του Γερακίου, οι οποίες είναι, όπως και το κάστρο, κτισμένες με αμελή αργολιθοδομή με παρεμβολή βησσάλων, είναι ανάλογες από πλευράς δομής και σύγχρονες με αυτές του Μυστρά. Τα κτήρια, διώροφα ή ισόγεια, έχουν την είσοδό τους κατά κανόνα τοποθετημένη στον όροφο και φέρουν ελάχιστα ανοίγματα για λόγους προστασίας. Το ισόγειο χρησίμευε ως αποθήκη, ενώ ο όροφος ως χώρος διαμονής. Αξίζει να αναφερθεί, πως κινητά ευρήματα που εντοπίστηκαν στους ισόγειους χώρους αρκετών κτηρίων υποδεικνύουν τη χρήση τους ως εργαστήρια. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «κτήριο 19», ένα διώροφο κτήριο το οποίο, όπως προκύπτει και από τα ανασκαφικά δεδομένα, λειτουργούσε ως υφαντουργικό εργαστήριο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, τέλος, ο τρόπος συλλογής των ομβρίων υδάτων στις οικίες του Γερακίου, από τις στέγες σε υπόγειες στέρνες-ασκούς, που διαμορφώνονται στη φυσική κοιλότητα του βράχου και είναι επιχρισμένες, για λόγους στεγανότητας, με υδραυλικό κονίαμα.
Στη νότια κορυφή του λόφου διατηρούνται τα κατάλοιπα ενός μικρότερου, πιο αραιά δομημένου, οικιστικού πυρήνα. Σε αυτόν εντοπίζονται αρκετά κτίσματα ερειπωμένα, από τα οποία τρία μόνο σώζονται σήμερα σε μεγάλο ύψος, και δύο εκκλησίες, ο ναός των Ταξιαρχών (α΄ μισού 15ου αι.) και ο ναός των Θεοφανίων (με τοιχογραφίες του 13ου αι.). Η «συνοικία» αυτή συνδέεται με το κεντρικό τμήμα του οικισμού στη βόρεια κορυφή με μονοπάτι μήκους 700 μ. περίπου. Στο μέσον περίπου της απόστασης αυτής βρίσκεται ο ναός του Προφήτη Ηλία (α΄ μισού 15ου αι.). Οι ναοί των Ταξιαρχών, των Θεοφανίων και του Προφήτη Ηλία αποκαλούνται σήμερα από τους κατοίκους του Γερακίου «Πέρα Εκκλησιές».
Εκτός από τον τοιχογραφικό διάκοσμο του ναού του Αγίου Γεωργίου και τα σπαράγματα τοιχογραφιών που διατηρούνται στις υπόλοιπες εκκλησίες του οικισμού, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο γραπτός διάκοσμος σε τέσσερις από τις εκκλησίες του μεσαιωνικού οικισμού, της Ζωοδόχου Πηγής και της Αγίας Παρασκευής στον κύριο οικισμό και των Ταξιαρχών και του Προφήτη Ηλία στις Πέρα Εκκλησιές, οι οποίες διακοσμήθηκαν στην πρώτη πεντηκονταετία του 15ου αιώνα από ένα αξιόλογο ζωγραφικό εργαστήριο της ύστερης παλαιολόγειας περιόδου.








