Βάτικα
Tο κάστρο βρίσκεται σε βραχώδη κορυφή λόφου, λίγα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Νεάπολης Βοιών. Από αυτήν τη φυσικά οχυρή θέση εποπτεύει την πεδιάδα των Βατίκων και την είσοδο του Λακωνικού κόλπου. Εξαιτίας των απότομων κλίσεων του υψώματος, η πρόσβαση είναι εφικτή μόνο από τη βόρεια πλευρά, από την οποία ξεκινά το μονοπάτι που καταλήγει στην είσοδο του κάστρου.
Διατηρεί τη μεσαιωνική του ονομασία, η οποία απαντά για πρώτη φορά στην ελληνική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως. Κτισμένο αρχικά ως μικρό οχυρό, με στρατιωτικό κυρίως χαρακτήρα, αναδιαμορφώθηκε στη συνέχεια για να περιλάβει κτήρια που χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες, ενώ γύρω του αναπτύχθηκε μικρός οικισμός που προστατευόταν από τα τείχη ενός εξωτερικού περιβόλου.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η ίδρυση του κάστρου τοποθετείται στα χρόνια του Δεσποτάτου του Μορέως, μετά την παράδοση της περιοχής από τους Φράγκους στους Βυζαντινούς (1262). Το 1460 καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς, αλλά σύντομα (1463) περνά στα χέρια των Βενετών, οι οποίοι φαίνεται πως πραγματοποίησαν εργασίες, όπως πιθανόν την κατασκευή προμαχώνων στη βόρεια πλευρά των τειχών για την προσαρμογή του κάστρου στη χρήση πυροβόλων όπλων. Κατά τη διάρκεια του Β΄ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1499-1503), το κάστρο επανέρχεται στους Οθωμανούς, που παραμένουν κυρίαρχοι μέχρι το 1687. Ακολουθεί η περίοδος της Β΄ βενετοκρατίας, μέχρι το 1715, οπότε ολόκληρη η Πελοπόννησος ανακαταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς για να παραμείνει στα χέρια τους μέχρι τα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Κατά τη μακρά περίοδο της οθωμανοκρατίας δε φαίνεται να έγιναν εργασίες στο κάστρο, το οποίο φαίνεται ότι σταδιακά εγκαταλείπεται και ερειπώνεται. Ήδη πριν την απελευθέρωση, το γειτονικό χωριό Φαρακλό, που είχε αναπτυχθεί στο μεταξύ ως ο πολυπληθέστερος οικισμός της περιοχής, αναφέρεται με την ονομασία Βάτικα.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Τα τείχη του εξωτερικού περιβόλου σώζονται σήμερα αποσπασματικά, σε χαμηλό ύψος, ενώ στα βόρεια ενισχύονται με δύο προμαχώνες. Προστάτευαν μικρό οικισμό, από τον οποίον έχουν εντοπιστεί διάσπαρτα κτίσματα, καθώς και ερείπια ενός μικρού ναού στα δυτικά. Στα βόρεια υπάρχει είσοδος ενταγμένη σε πύργο, από την οποία ξεκινούσε η άνοδος προς το κάστρο στην κορυφή του λόφου.
Ο εσωτερικός περίβολος είναι καλύτερα διατηρημένος και έχει αποκατασταθεί από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του ΥΠΠΟ. Έχει ακανόνιστο σχήμα, καθώς ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο. Η μορφή στην οποία διατηρήθηκε ως τις μέρες μας είναι αποτέλεσμα πολλών οικοδομικών φάσεων. Στην αρχική φάση, τα τείχη διαμορφώνονταν με τυφλά αψιδώματα και διέθεταν περίδρομο, ενώ στο ψηλότερο σημείο ορθωνόταν ο κεντρικός πύργος, ερείπια του οποίου διατηρούνται στη νότια πλευρά. Η μοναδική είσοδος, που περιλαμβάνει δύο πύλες και διαβατικό, ανοίγεται σε κτήριο στη νοτιοδυτική πλευρά, όπου κατέληγε το ανηφορικό μονοπάτι. Στο εσωτερικό, γύρω από μία μικρή αυλή, διατάσσονται θολοσκεπή κτήρια, παράλληλα με τα τείχη. Κάποια από τα κτήρια αυτά ήταν διώροφα, ορισμένα διέθεταν δεξαμενές συλλογής υδάτων και αποχωρητήρια. Πρόκειται κυρίως για κατοικίες, που τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με εκείνες του Μυστρά. Στην ανατολική πλευρά βρίσκεται ο ναός του κάστρου, κατασκευασμένος κάθετα προς το τείχος του περιβόλου, με τη είσοδό του να βρίσκεται στα νότια λόγω της μορφολογίας του εδάφους.



