Αντίρριο
Το φρούριο του Αντιρρίου κτίστηκε από τον σουλτάνο Βαγιαζήτ Β΄ στο ομώνυμο ακρωτήριο για να ελέγχει και να επιτηρεί, μαζί με το φρούριο του Ρίου, το στενό θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Τα δύο φρούρια ήταν γνωστά στους βενετούς ως Castello di Rumelia -Καστέλλι της Ρούμελης (το Αντίρριο)- και Castello della Morea -Καστέλλι του Μορέα (το Ρίο).
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Η ανέγερσή των δύο φρουρίων ολοκληρώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση της Ναυπάκτου το 1499. Η εισαγωγή και διάδοση της τεχνολογίας των πυροβόλων όπλων τον 15ο αιώνα παρείχε τη δυνατότητα ελέγχου των στενών θαλάσσιων περασμάτων από την ξηρά. Τα διασταυρούμενα πυρά των δύο φρουρίων στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου προστάτευαν την πρόσβαση στο λιμάνι της Ναυπάκτου. Γνωστά ως «Dardanelli di Lepanto» (Δαρδανέλια της Ναυπάκτου), ή Μικρά Δαρδανέλια, είχαν μεταξύ άλλων ως πρότυπο τα δύο φρούρια στα Δαρδανέλια που έκτισε ο Μωάμεθ Β΄ το 1463 για τον έλεγχο της πρόσβασης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και τα φρούρια στον Βόσπορο, τα οποία κατασκευάστηκαν από τους Οθωμανούς πριν την Άλωση.
Το 1504, λίγα χρόνια μετά την αποπεράτωση του φρουρίου, οι Οθωμανοί ολοκληρώνουν την εγκατάσταση πυροβολικού, ώστε το νέο οχυρό να είναι πλήρως εξοπλισμένο. To 1532 καταστρέφεται κατά την πολιορκία και σύντομη κατάληψή του από τον Γενουάτη Andrea Doria, ναύαρχο του Αψβούργου αυτοκράτορα Κάρολου Ε΄. Οι Οθωμανοί το ανακατασκευάζουν το 1533, ενώ το 1543, ο ναύαρχος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα εγκαθιστά στο φρούριο ισχυρές μονάδες πυροβολικού από τη Ναύπακτο και προσδίδει στο οχυρό νέα μορφή. Το 1603 καταστρέφεται ύστερα από επίθεση των Ιπποτών της Μάλτας, οι οποίοι αποσπούν και μεταφέρουν στο νησί τους τα κανόνια του φρουρίου. Οι Οθωμανοί το επισκευάζουν και παραμένει στα χέρια τους μέχρι το 1687, όταν, κάτω από την πίεση του στρατού του Francesco Morosini το ανατινάζουν πριν το εγκαταλείψουν στα χέρια των Βενετών. Οι νέοι κύριοι του κάστρου, θέλοντας να παγιώσουν τον έλεγχο του θαλάσσιου στενού, ανακατασκευάζουν το φρούριο και το εξοπλίζουν.
Το 1701, μετά τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), το κάστρο περνά εκ νέου στα χέρια των Οθωμανών και αυτή τη φορά είναι οι Βενετοί που το καταστρέφουν πριν το παραδώσουν. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής περιόδου της οθωμανοκρατίας (1701-1829), το φρούριο διατηρεί τη σημασία του και επισκευάζεται. Αρχιτεκτονικές ομοιότητες με τα οχυρωματικά έργα του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, τμήμα της επικράτειας του οποίου αποτελούσε, χρονολογούν εκτεταμένες επισκευές των Οθωμανών στα τέλη του 18ου ή τις αρχές του 19ου αιώνα. Το φρούριο θα παραμείνει στα χέρια των Οθωμανών μέχρι το 1829, οπότε παραδίδεται στους Έλληνες με συνθήκη που υπογράφει ο αδερφός του κυβερνήτη του Ελληνικού κράτους, Αυγουστίνος Καποδίστριας.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Λόγω της θέσης του, το φρούριο γνώρισε επάλληλες καταστροφές, ανακατασκευές και επισκευές από τον 16ο έως και τον 19ο αιώνα, οπότε χρονολογείται η τελική του διαμόρφωση. Η οχύρωση ακολουθεί κατά το δυνατόν τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και περιβάλλεται από θάλασσα στις τρεις πλευρές. Στη σημερινή του μορφή έχει κάτοψη ακανόνιστου ρομβοειδούς πολυγώνου με εσωτερικά επιχωμένους πολυγωνικούς προμαχώνες στις γωνίες του. Η κεντρική είσοδος του φρουρίου ανοίγεται στον προμαχώνα της βόρειας πλευράς και οδηγεί στο εσωτερικό μέσω καμαροσκέπαστου διαδρόμου, με θολωτά φυλάκια δεξιά και αριστερά.
Σήμερα διατηρούνται τα περιμετρικά τείχη και οι προμαχώνες του φρουρίου, ενώ στο εσωτερικό του δεν σώζονται κτίσματα. Η πρόσβαση και η μετακίνηση στρατιωτών και εφοδίων από τον εσωτερικό επίπεδο χώρο στον περίδρομο και την κορυφή των τειχών επιτυγχάνεται με κεκλιμένα επίπεδα και κλίμακες. Στη νότια πλευρά βρίσκεται ο κεντρικός προμαχώνας-κανονιοστάσιο, με έξι κανονιοθυρίδες στραμμένες προς το θαλάσσιο στενό. Δύο ακόμα μικρότεροι προμαχώνες, που κάλυπταν με τα κανόνια τους τις άλλες δύο πλευρές του φρουρίου και το θαλάσσιο πέρασμα, διαμορφώνονται στο κέντρο των ανατολικών και δυτικών τειχών. Στην πλευρά που επικοινωνεί με την ενδοχώρα υπήρχε ένυδρη τάφρος που το απέκοπτε από την ξηρά, σήμερα κάτω από τις επιχώσεις του σύγχρονου λιμανιού.
Σύμφωνα με την περιγραφή του Οθωμανού περιηγητή Evliya Çelebi, που ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, τον 17ο αιώνα (λίγο πριν το 1670) το φρούριο διέθετε οικισμό με περισσότερα από 80 σπίτια, ένα τέμενος του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄, ένα μικρό τέμενος του σουλτάνου Σουλεϊμάν και ένα οθωμανικό λουτρό. Στα τέλη του 19ου αιώνα (1880), στη νότια πλευρά του νότιου τείχους κτίστηκε ο φάρος του κάστρου.



