Ακροναυπλία

Ακροναυπλία

Τα τείχη του κάστρου στη βραχώδη χερσόνησο της Ακροναυπλίας περιέβαλαν τον οικισμό του Ναυπλίου και προστάτευαν το φυσικό λιμάνι του, ένα από τα σημαντικότερα της Πελοποννήσου. Το ύψωμα του κάστρου παρείχε τη δυνατότητα εποπτείας του Αργολικού κόλπου και σημαντικού μέρους της αργολικής πεδιάδας. Θέση φυσικά οχυρωμένη, διαθέτει απόκρημνες βραχώδεις πλαγιές στα νότια και νοτιοδυτικά και μοναδική πρόσβαση από την ξηρά τον στενό ισθμό που τη συνδέει με τον λόφο του Παλαμηδίου στα ανατολικά. Στη βόρεια πλευρά διαμορφωνόταν φυσικό αγκυροβόλιο, ενώ η ακτογραμμή μέχρι τον 15ο αιώνα βρισκόταν πολύ κοντά στις απότομες πλαγιές του υψώματος. Ελώδη νερά και στενή λωρίδας ξηράς στις αρκετά απότομες πλαγιές στα βορειοδυτικά συμπλήρωναν τη φυσική οχύρωση της χερσονήσου.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Η Ακροναυπλία κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους και οχυρώθηκε τουλάχιστον από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., όταν το Ναύπλιο ήταν επίνειο (λιμάνι) του γειτονικού ισχυρού Άργους. Τους επόμενους αιώνες, ο μικρός οικισμός του Ναυπλίου παραμένει στη σκιά του Άργους ως επίνειο του τελευταίου. Μετά τον 10ο αιώνα, η σημασία του Ναυπλίου αρχίζει να αναβαθμίζεται, γίνεται εμπορικός σταθμός των Βενετών και σταδιακά αποκτά την ίδια βαρύτητα με το Άργος. Ο 12ος αιώνας είναι περίοδος ακμής, όπως φαίνεται από την ίδρυση νέας διοικητικής μονάδας, του «ορίου Κορίνθου, Ναυπλίου, Άργους», η οποία έχει συσχετισθεί μεταξύ άλλων και με έργα στις οχυρώσεις των τριών κάστρων. Το 1180, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός ορίζει τον Θεόδωρο Σγουρό Άρχοντα της Ναυπλίας. Κοντά στο έτος 1200 τον διαδέχεται ο γιος του Λέοντας, ο οποίος με αφετηρία το Ναύπλιο επεκτείνει την εξουσία του ως τη Θεσσαλία. Η σύντομη ηγεμονία του Λέοντα Σγουρού καταλύεται από τους ιππότες της Δ΄ Σταυροφορίας, οι οποίοι μεταξύ των ετών 1210-1212 καταλαμβάνουν την Ακροναυπλία.
Ο κατακτητής Φράγκος ηγεμόνας της Αχαΐας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος παραχωρεί το Ναύπλιο στον δούκα των Αθηνών Όθωνα de la Roche. Οι κληρονόμοι του τελευταίου, αρχικά από τον οίκο των de la Roche και εν συνεχεία από τους οίκους των de Brienne και αργότερα των d’Enghien, διατηρούν τα κυριαρχικά δικαιώματά τους στο κάστρο του Ναυπλίου έως το 1389, οπότε τα μεταβιβάζουν έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας.
Η εντεινόμενη απειλή των Οθωμανών, οι οποίοι καταλαμβάνουν τα βενετικά κάστρα του Άργους το 1467 και της Χαλκίδας το 1470, καθιστά επιτακτική την προσαρμογή της άμυνας του Ναυπλίου στη νέα τεχνολογία των πυροβόλων όπλων. Οι νέοι κυρίαρχοι Βενετοί πραγματοποιούν στα τέλη του 15ου αιώνα εκτεταμένα έργα εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης της άμυνας της πόλης, την οποία αποκαλούν Napoli di Romania.
Την ίδια χρονική περίοδο, λόγω αύξησης του πληθυσμού, πραγματοποιούνται έργα επέκτασης της πόλης στην ελώδη περιοχή στα βόρεια της χερσονήσου, στο σημερινό επίπεδο τμήμα της παλιάς πόλης του Ναυπλίου. Η «Κάτω Πόλη»προστατεύεται από παραλιακό τείχος, έργο της ίδιας χρονικής περιόδου, και κτίζεται επάνω σε τεχνητές προσχώσεις και σε θεμελιώσεις από ξύλινους πασσάλους, τεχνικές και μέθοδοι που είχαν εφαρμοστεί και στην ίδια τη Βενετία. Σταδιακά, το διοικητικό κέντρο και οι κατοικίες των αξιωματούχων μεταφέρονται από την Ακροναυπλία στο καινούργιο τμήμα της πόλης.
Το 1540, έπειτα από τριετή πολιορκία, το Ναύπλιο παραδίδεται στους Οθωμανούς και ορίζεται πρωτεύουσα του σαντζακιού της Πελοποννήσου. Κτίζονται μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά κτήρια, τζαμιά, κρήνες και λουτρά, εντούτοις οι Οθωμανοί δεν προχωρούν σε νέα οχυρωματικά έργα παρά μόνο σε συμπληρώσεις και μικροεπεμβάσεις. Η Ακροναυπλία αποκαλείται Iç Kale (Ιτς Καλέ, μέσα/εσωτερικό κάστρο ή ακρόπολη), σε αντιδιαστολή με την Κάτω Πόλη.
Το 1686, κατά τη διάρκεια του ΣΤ΄ βενετο-οθωμανικού πολέμου και της εκστρατείας ανακατάληψης της Πελοποννήσου, οι Βενετοί με διοικητή τον Francesco Morosini πολιορκούν και καταλαμβάνουν την πόλη, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές τόσο στα τείχη της Ακροναυπλίας και της Κάτω Πόλης, όσο και σε κτήρια και συνοικίες. Το Ναύπλιο ορίζεται έδρα του βενετικού Βασιλείου του Μοριά και ξεκινά εκτεταμένο πρόγραμμα ενίσχυσης των οχυρώσεών του, ώστε να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη επίθεση και πολιορκία από τους Οθωμανούς.
Αμέσως μετά την κατάληψη της πόλης, οι Βενετοί απαγορεύουν την κατοίκηση εντός του κάστρου, τμήματα του οποίου ισοπεδώνονται για την ανάπτυξη των απαιτούμενων ισχυρών πυροβολαρχιών, και η χρήση του πλέον είναι αποκλειστικά στρατιωτική. Κατασκευάζεται μεγάλων διαστάσεων στρατώνας από τον Προνοητή Grimani, στη θέση που σήμερα λειτουργεί ξενοδοχείο, και πυριτιδαποθήκη. Το 1711 ξεκινά η κατασκευή του φρουρίου του Παλαμηδιού στον λόφο που δεσπόζει στα ανατολικά της πόλης και η σημασία της Ακροναυπλίας για την άμυνα του Ναυπλίου υποβαθμίζεται.
Η β΄ βενετοκρατία, περίοδος ακμής για την πόλη, διακόπηκε απότομα το 1715, έτος κατάληψης του Ναυπλίου από τους Οθωμανούς μετά από μόλις δύο εβδομάδες πολιορκία. Στα χρόνια που ακολουθούν, η πόλη υποβαθμίζεται διοικητικά με τη μεταφορά της έδρας των οθωμανικών αρχών στην Τριπολιτσά (σημ. Τρίπολη) και παρακμάζει οικονομικά. Το κάστρο της Ακροναυπλίας εξακολουθεί να έχει στρατιωτική χρήση και διαθέτει σε σταθερή βάση οθωμανική φρουρά. Το 1822, μετά την κατάληψη του Παλαμηδίου από τους Έλληνες επαναστάτες, η πόλη και το κάστρο της παραδίδονται στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, το Ναύπλιο αποτελεί έδρα της διοίκησης και ορίζεται ως πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Ο πρώτος κυβερνήτης του νέου Ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας ανακατασκευάζει τον ερειπωμένο στρατώνα Grimani του κάστρου, που μένει γνωστός ως στρατώνας Καποδίστρια και ιδρύει στρατιωτικό νοσοκομείο με ναό αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους. Η Ακροναυπλία καθαρίζεται από τους σωρούς των ερειπίων.
Το 1834, πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους γίνεται η Αθήνα και το Ναύπλιο παραμένει στρατιωτικό κέντρο. Tο 1884 ξεκινά η λειτουργία στρατιωτικών φυλακών στον στρατώνα Καποδίστρια, οι οποίες το 1937 μετατρέπονται σε πολιτικές. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ισοπεδώνεται το υψηλότερο σημείο του βράχου της Ακροναυπλίας για την εγκατάσταση αντιαεροπορικών πυροβολείων. Το 1960, το κάστρο χαρακτηρίζεται ως «Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα» και το 1961 εγκαινιάζεται η ξενοδοχειακή μονάδα «Ξενία» υπό τη διαχείριση του ΕΟΤ, η οποία καταλαμβάνει σημαντικό μέρος του κάστρου των Τόρων. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας εγκαταλείπονται το 1966 και το 1970 κατεδαφίζονται. Στη θέση τους ξεκινά το 1971 η ανέγερση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος «Ξενία Παλλάς», το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα στον χώρο.

Τα τείχη του κάστρου της Ακροναυπλίας υψώνονταν στις παρυφές του βράχου της στενόμακρης χερσονήσου, ακολουθώντας το φυσικό ανάγλυφο. Η νότια πλευρά του κάστρου δεν χρειάστηκε ποτέ να αποκτήσει τείχος, καθώς τα απόκρημνα, σχεδόν κατακόρυφα βράχια που καταλήγουν στη θάλασσα της παρείχαν φυσική οχύρωση. Αρχικά οχυρώθηκε και κατοικήθηκε το δυτικό και το κεντρικό τμήμα του βράχου, τα δύο υψηλότερα επίπεδα από τα τρία που τον διαμορφώνουν. Για τη σημερινή εικόνα του κάστρου ιδιαίτερα καθοριστική υπήρξε η κατασκευή των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, τα οποία αλλοίωσαν σημαντικά τη φυσιογνωμία του.
Κατάλοιπα της αρχαίας οχύρωσης του λόφου, με πολυγωνικούς λίθους μεγάλων διαστάσεων, είναι ορατά στη δυτική πλευρά, στη βάση του μεταγενέστερου τείχους. H βυζαντινή οχύρωση πιθανότατα ακολουθούσε την αρχαία χάραξη και περιέβαλε το δυτικό και κεντρικό τμήμα του λόφου. Στις αρχές του 13ου αιώνα, μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Φράγκους, το κάστρο διαιρέθηκε σε δύο τμήματα με εγκάρσιο τείχος (διατείχισμα). Το δυτικό παραχωρείται για κατοίκηση στους Έλληνες της πόλης και ονομάζεται «Ρωμέικο κάστρο». Το ανατολικό ονομάζεται «Φράγκικο κάστρο» και αποτελεί το διοικητικό-στρατιωτικό κέντρο των νέων επικυριάρχων και τόπο διαμονής των αξιωματούχων τους. Ισχυρός τετράγωνος πύργος στο εγκάρσιο τείχος έλεγχε την πρόσβαση των Ελλήνων στο Φράγκικο κάστρο.
Λίγο μετά τα μέσα του 15ου αιώνα (1470), οι Βενετοί, στο πλαίσιο συνολικής ενίσχυσης των οχυρώσεων της Ακροναυπλίας, επεκτείνουν το κάστρο στα ανατολικά, στο χαμηλότερο τμήμα της χερσονήσου και το πιο ευάλωτο από την πλευρά της ξηράς. Κατασκευάζεται νέος περίβολος και ονομάζεται «Κάστρο των Τόρων», πιθανώς από τον ισχυρό διπλό κυκλικό πύργο-προμαχώνα (Torrione) στο ανατολικό του άκρο. Παράλληλα ενισχύονται οι οχυρώσεις του Ρωμέικου και του Φράγκικου κάστρου ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν πολιορκία από πυροβόλα όπλα. Στο πλαίσιο αυτό, ο μηχανικός Antonio Gambello δημιουργεί μια νέα γραμμή άμυνας στο μέσο περίπου του Φράγκικου κάστρου με την κατασκευή εγκάρσιου τείχους-αναχώματος, γνωστού ως traversa Gambello.
Κατά την περίοδο της Β΄ βενετοκρατίας, η ευπρόσβλητη, προσβάσιμη από την ξηρά, ανατολική πλευρά του κάστρου ενισχύεται με τον προμαχώνα Grimani. Ολόκληρη η ανατολική πλευρά των τειχών προστατευόταν από θαλάσσια τάφρο, καθώς η θάλασσα στο σημείο αυτό εισχωρούσε στην ξηρά δημιουργώντας έναν μικρό κόλπο που έφτανε ως τη βάση του κάστρου των Τόρων. Επίσης ανακατασκευάζεται και ενισχύεται το τείχος της Κάτω Πόλης, κυρίως όσον αφορά το παραλιακό μέτωπο. Τα οχυρωματικά αυτά έργα, όπως και το σύνολο σχεδόν του τείχους της Κάτω Πόλης δε σώζονται σήμερα. Εξαίρεση αποτελεί ο Προμαχώνας των Πέντε Αδελφών στα βορειοδυτικά, ονομασία που αποδίδεται στην πυροβολαρχία με πέντε κανόνια που βρισκόταν εκεί. Ορισμένα τμήματα του τείχους έχουν εντοπισθεί ανασκαφικά, όπως η κεντρική πύλη του Ναυπλίου, η Πύλη της Ξηράς της Κάτω Πόλης, η οποία έχει ανακατασκευαστεί μπροστά από το πάρκο Σταϊκόπουλου.

Η κύρια πύλη της Ακροναυπλίας, που οδηγούσε εκτός του βυζαντινού κάστρου, βρισκόταν στο ανατολικό τείχος. Στα τέλη του 13ου αιώνα κατασκευάστηκε διαβατικό μπροστά της, το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα και σώζει τοιχογραφικό διάκοσμο που περιλαμβάνει παραστάσεις αγίων της Ορθόδοξης και της Καθολικής εκκλησίας, οικόσημα Φράγκων ηγεμόνων, καθώς και πιθανές σκηνές από το «Μυθιστόρημα του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Το ζωγραφικό σύνολο θεωρείται χορηγία του Ούγου de Brienne, επικυρίαρχου του Ναυπλίου και χρονολογείται στην περίοδο μετά το 1290/1, έτος ανακωχής μεταξύ των Φράγκων της Ηγεμονίας της Αχαΐας και των Βυζαντινών. Οι παραστάσεις έχουν ερμηνευθεί ως συμβολικές αποδόσεις της ανάγκης ειρηνικής συμβίωσης και θρησκευτικής συνύπαρξης, λόγοι για τους οποίους η πύλη είναι γνωστή σήμερα ως «Πύλη της Ειρήνης». Την πρώτη περίοδο της βενετοκρατίας, το παλαιό ανατολικό τείχος ενισχύεται και η λεγόμενη Πύλη της Ειρήνης σφραγίζεται και καταχώνεται. Νέα πύλη ανοίγεται νοτιότερα.
Η πύλη του κάστρου των Τόρων σώζεται στο νοτιοανατολικό άκρο του κάστρου, έχει τη μορφή διαβατικού και κοσμείται εξωτερικά με το έμβλημα της Βενετίας, τον λέοντα του Αγίου Μάρκου. Αποτελούσε από τον 15ο αιώνα και εξής μία από τις δύο κύριες πύλες επικοινωνίας της Ακροναυπλίας με την Κάτω Πόλη και το λιμάνι. Μία δεύτερη πύλη επικοινωνίας ανοιγόταν στο βόρειο τείχος του Ρωμέικου κάστρου. Η πύλη αυτή εγκαταλείπεται το 1713, όταν κατασκευάζεται από τον Αυγουστίνο Σαγρέδο, Προβλεπτή της Θάλασσας, η ομώνυμη πύλη στο βόρειο τείχος της Ακροναυπλίας, που αποτέλεσε την κύρια είσοδο του κάστρου έως το 1966. Στόχος της διάνοιξής της ήταν η εξασφάλιση εύκολης επικοινωνίας των στρατιωτικών εγκαταστάσεων της Ακροναυπλίας με την πόλη του Ναυπλίου, όπως μαρτυρείται στην εντοιχισμένη επιγραφή πάνω από την πύλη.
Σήμερα, η πρόσβαση στην Ακροναυπλία από την παλιά πόλη του Ναυπλίου πραγματοποιείται μέσω του ασφαλτόδρομου που ξεκινά από την επιχωματωμένη τάφρο γύρω από τον προμαχώνα Grimani, αλλά και από τη ραμπόσκαλα της Καθολικής εκκλησίας που οδηγεί στην πύλη του κάστρου των Τόρων.

Σε μεγάλο βαθμό το εσωτερικό του κάστρου διαμορφώθηκε τον 20ό αιώνα, στο πλαίσιο της τουριστικής του εκμετάλλευσης. Την ίδια χρονική περίοδο (δεκαετίες 1960-1970) στο τμήμα προς την πλευρά της Αρβανιτιάς κατασκευάσθηκαν δημοτικές δεξαμενές ύδρευσης για την πόλη του Ναυπλίου.
Το κάστρο των Τόρων καταλαμβάνεται από το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο «Ξενία» και τις εγκαταστάσεις του. Παραμένουν ευδιάκριτοι η πύλη του κάστρου και ο ισχυρός κυκλικός προμαχώνας προς την Αρβανιτιά με την πυλίδα για την εξασφάλιση της τροφοδοσίας από την πλευρά της θάλασσας.
Στο Φράγκικο κάστρο διατηρούνται τα κατάλοιπα του στρατιωτικού νοσοκομείου του Καποδίστρια και το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, το οποίο αποτελεί σύγχρονο κτίσμα και χρονολογείται στο τέλος του 20ού αιώνα. Στην ίδια περιοχή έχει κατασκευαστεί από το ΥΠΠΟ μικρό υπαίθριο θέατρο, στο οποίο πραγματοποιούνται εκδηλώσεις από τον Δήμο Ναυπλιέων. Το θέατρο αποτελεί τμήμα ευρύτερου έργου ανάδειξης της Ακροναυπλίας, το οποίο υλοποιήθηκε από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων.
Σημαντικό τμήμα του Ρωμέικου κάστρου καταλαμβάνεται από το σύγχρονο ξενοδοχείο. Στο υψηλότερο σημείο του λόφου σώζονται τα ερείπια του ναού των Αγίων Θεοδώρων, η αρχική οικοδομική φάση του οποίου χρονολογείται στον 11ο αιώνα. Δίπλα στο τείχος που χώριζε το Ρωμέικο από το Φράγκικο κάστρο διατηρείται η πυριτιδαποθήκη του κάστρου, κτίσμα της β΄ βενετοκρατίας.

error: Content is protected !!