Αγιονόρι
Κτισμένο σε ύψωμα στα βόρεια του Αραχναίου όρους, το κάστρο του Αγιονορίου καταλαμβάνει στρατηγική θέση στον άξονα της Κοντοπορείας, μίας από τις κύριες οδούς που ένωναν την Κορινθία με την Αργολίδα. Η ονομασία του κάστρου φαίνεται πως προέρχεται από αυτήν του παρακείμενου σημαντικού βυζαντινού οικισμού Ενόριον, ο οποίος αναφέρεται τον 10ο αιώνα στον Βίο του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε, ενώ αργότερα απαντά ως Άγιον Όρος στο Χρονικόν του Μορέως (πιθανότατα λόγω του πλήθους των εκκλησιών του) και με παρόμοιες ονομασίες σε άλλες γραπτές πηγές.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Στην ευρύτερη περιοχή του κάστρου έχουν εντοπιστεί ίχνη κατοίκησης ήδη από τους αρχαίους χρόνους, ενώ ο οικισμός της βυζαντινής και υστεροβυζαντινής περιόδου ήταν ένας από τους σημαντικότερους της περιοχής. Το κάστρο, με βάση τα κατασκευαστικά και μορφολογικά του στοιχεία, σε συνδυασμό με τα ιστορικά δεδομένα, χρονολογείται στην περίοδο της φραγκοκρατίας (ήδη στον 13ο αι.), ενώ το 1450 αναφέρεται για πρώτη φορά ρητά στις γραπτές πηγές. Ο οικισμός αναπτυσσόταν έξω από τα τείχη του και ξεχωρίζει για το πλήθος των μικρών, κυρίως μονόχωρων ναών της υστεροβυζαντινής περιόδου, που σώζονται σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση. Ακέραιος στέκει ο σταυρεπίστεγος ναός των Αγίων Αναργύρων, ο οποίος φέρει ζωγραφικό διάκοσμο που χρονολογείται στα 1325/6, σύμφωνα με επιγραφή που σώζεται στην αψίδα του ιερού του.
Από τον 13ο αιώνα, με τον διαμελισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας που ακολούθησε την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204), το Αγιονόρι υπάγεται στο φράγκικο Πριγκιπάτο της Αχαΐας και στα μέσα του 14ου αιώνα περνά στη φλωρεντινή οικογένεια των Acciaiuoli. Το 1460 καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς για να παραμείνει στην κατοχή τους για δύο περίπου αιώνες. Ακολουθώντας την ιστορία της υπόλοιπης Πελοποννήσου περνά στα χέρια των Βενετών από το 1686 μέχρι το 1715, οπότε επιστρέφει στους Οθωμανούς. Το κάστρο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά την Επανάσταση του 1821, όταν χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο από τον Νικηταρά στην εκστρατεία του εναντίον του Δράμαλη (1822).
Στο κάστρο έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων, με διαμορφωμένες διαδρομές πρόσβασης και περιήγησης.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Το κάστρο είναι μικρών διαστάσεων, με κάτοψη πενταγώνου και ορθογώνιους πύργους στις γωνίες. Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες, ο σχεδιασμός του εφαρμόστηκε σε σταδιακές φάσεις οικοδόμησης κατά τη φραγκική περίοδο. Αρχικά κατασκευάστηκαν οι δύο ψηλοί πύργοι της πιο ευπρόσβλητης νότιας πλευράς, που χρησίμευαν και ως χώροι διαμονής και αποθήκευσης. Αυτός της νοτιοδυτικής γωνίας, τριώροφος, με χώρο αποθήκευσης ή δεξαμενή στο κατώτερο επίπεδο και χώρους διαμονής στους άνω ορόφους, αποτελούσε τον κύριο πύργο του κάστρου, ενώ ο νοτιοανατολικός περιελάμβανε παρεκκλήσι με την αψίδα εγγεγραμμένη στο πάχος του ανατολικού τοίχου. Στη συνέχεια ολοκληρώθηκε η κατασκευή του περιβόλου και των υπολοίπων τριών πύργων στα βόρεια και ακολούθησε η κατασκευή των κτηρίων περιμετρικά της αυλής (διοικητικά κτήρια, κατοικίες, αποθήκες).
Τα τείχη του κάστρου διαθέτουν περίδρομο σε ύψος 5 μέτρων περίπου για την κίνηση της φρουράς, είχαν επάλξεις από τις οποίες σήμερα διατηρούνται ελάχιστα ίχνη, ενώ η άμυνα ενισχυόταν με τη χρήση τοξοθυρίδων.
Η μοναδική είσοδος βρίσκεται στο πλέον δυσπρόσιτο σημείο του κάστρου, στη βόρεια πλευρά. Ανοίγεται κάτω από τον μεσαίο πύργο, ο οποίος είναι διευρυμένος, και η προστασία της ενισχύεται από έναν μικρό εξωτερικό οχυρωματικό περίβολο.
Σήμερα στο εσωτερικό του φρουρίου σώζονται μόνο ερείπια κτηρίων διατεταγμένων γύρω από την αυλή και σε επαφή με τα περιμετρικά τείχη. Στη βόρεια πλευρά είναι ορατά δύο κτήρια, το μεγαλύτερο εκ των οποίων διαθέτει υπόγεια δεξαμενή.



