Αγγελόκαστρο

Αγγελόκαστρο

Κτισμένο στην υψηλότερη κορυφή απόκρημνου λόφου στα δυτικά παράλια της βόρειας Κέρκυρας, κοντά στην Παλαιοκαστρίτσα, το Αγγελόκαστρο υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά φρούρια του νησιού, το μοναδικό από τα τρία κάστρα της υπαίθρου που παρέμεινε σε λειτουργία και χρήση ως οχυρό και καταφύγιο του πληθυσμού μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Η ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας θέση του επέτρεπε τον έλεγχο μέρους της θαλάσσιας περιοχής της νότιας Αδριατικής.

Η προέλευση της ονομασίας Αγγελόκαστρο πιθανόν να προέρχεται από τον ναό που βρίσκεται στο εσωτερικό του και είναι αφιερωμένος στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.

Αγγελόκαστρο, αεροφωτογραφία, αρχείο ΕΦΑ Κέρκυρας
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Αρχαιολογικά κατάλοιπα μαρτυρούν χρήση του χώρου ήδη από τον 5ο-6ο αιώνα. Η ίδρυση του φρουρίου τοποθετείται στον 12ο ή στον 13ο αιώνα, χωρίς ωστόσο μαρτυρίες σε γραπτές πηγές να επιβεβαιώνουν την χρονολόγησή του. Τον 12o αιώνα, μετά την απώλεια των βυζαντινών κτήσεων στην Ιταλία το 1071, η Κέρκυρα αποτελεί συνοριακή περιοχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το νησί βρίσκεται σε διαρκή απειλή από τους Νορμανδούς, τους νέους κυρίαρχους του νότιου ιταλικού χώρου. Η ανέγερση του Αγγελόκαστρου έχει συσχετισθεί με τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνό, ο οποίος το 1149 ανακατέλαβε το νησί από τους Νορμανδούς. Διαφορετική άποψη τοποθετεί την ίδρυση του κάστρου μετά το 1214, την περιόδο που το νησί ανήκει στο κράτος της Ηπείρου, ευρύτερα γνωστό ως Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Το 1259, η Κέρκυρα παραχωρήθηκε ως προίκα στον βασιλιά της Σικελίας Μανφρέδο, μετά τον γάμο του με την κόρη του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα, Ελένη. Το 1267, το νησί καταλαμβάνεται από τους Ανδεγαυούς ηγεμόνες της Νάπολης και πέντε χρόνια αργότερα, το 1272, περιέρχεται και το Αγγελόκαστρο στα χέρια τους, μετά την κατάληψή του από τον Ιταλό Giordano di San Felice. Στην έκθεση παραλαβής του κάστρου, που αποτελεί και την πρώτη γραπτή αναφορά σε αυτό, αναφέρεται με την ονομασία Castrum Sancti Angeli.
Τον επόμενο αιώνα, το 1386, το Αγγελόκαστρο, μαζί με ολόκληρο το νησί της Κέρκυρας, περιέρχεται στους Βενετούς και ενώ παραμένει σε χρήση σε όλη τη διάρκεια της βενετοκρατίας, λόγω της καίριας θέσης του για την ασφάλεια του νησιού, η σημασία του σταδιακά μειώνεται μετά την ανάπτυξη του Παλαιού και του Νέου Φρουρίου της Κέρκυρας.
Κατά τη διάρκεια της βενετικής περιόδου, το Αγγελόκαστρο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο κατά τις οθωμανικές επιδρομές των ετών 1537, 1571 και 1716, αποκρούοντας επιθέσεις και αποτελώντας καταφύγιο για τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Ο Βενετός ιστορικός Marco Guazzo αναφέρει τέσσερις ανεπιτυχείς επιδρομές των Οθωμανών για την κατάληψή του. Μετά την κατάληψη της Κέρκυρας από τους Γάλλους το 1797, το κάστρο πιθανότατα λειτουργεί ως παρατηρητήριο, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα, την περίοδο της βρετανικής προστασίας (1814-1864), περιέρχεται σε αχρηστία.

Τα τείχη του κάστρου, θεμελιωμένα κατά τόπους στο χείλος του γκρεμού -εκτός από τη δυτική πλευρά που μένει ατείχιστη, καθώς προστατεύεται από το ιδιαίτερα απόκρημνο έδαφος-, διατηρούν ίχνη όλων των περιόδων της ιστορίας του. Στο υψηλότερο σημείο διαμορφώνεται ακρόπολη. Προτείχισμα κτισμένο χαμηλότερα στις πλαγιές του λόφου προστατεύει τις ευπρόσβλητες πλευρές του κάστρου. Ανηφορικό βαθμιδωτό λιθόστρωτο οδηγεί στην κύρια πύλη.

Η κεντρική πύλη βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του κάστρου και οδηγεί στο εσωτερικό μέσω καμαροσκέπαστου διαδρόμου. Η άμυνά της ενισχύεται με ημικυκλικό πύργο-προμαχώνα. Μία δεύτερη, μικρή πυλίδα ανοιγόταν στη νότια πλευρά της οχύρωσης.

Στο εσωτερικό του κάστρου, μπροστά από την κύρια πύλη, διατηρούνται τα ερείπια των καταλυμάτων της φρουράς και της διοίκησής του, καθώς και τρεις υπόγειες δεξαμενές νερού. Στα ανατολικά όρια του χώρου βρίσκεται ο σπηλαιώδης ναός της Αγίας Κυριακής. Στην ακρόπολη, στο υψηλότερο σημείο της, διατηρείται επίσης, αναστηλωμένος, ο μονόχωρος ξυλόστεγος ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που έχει οικοδομηθεί επάνω στα ερείπια προγενέστερου κτηρίου, πιθανώς τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα.

 

error: Content is protected !!