Αγία Μαύρα

Αγία Μαύρα

Το παράκτιο κάστρο της Αγίας Μαύρας βρίσκεται στη χερσαία είσοδο του νησιού της Λευκάδας, 1,2 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της σύγχρονης πόλης. Η θέση του είναι ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, καθώς εξασφάλιζε τον έλεγχο της εισόδου στον Αμβρακικό κόλπο και των θαλάσσιων δρόμων προς την Αδριατική, καθώς και τη δια ξηράς σύνδεση του νησιού με την ηπειρωτική Ελλάδα. Ιδρύθηκε από τους Φράγκους περί το 1300 ως μικρό οχυρό, που σύντομα επεκτάθηκε και εξελίχθηκε σε οχυρωμένο οικισμό αποτελώντας την πρώτη πρωτεύουσα του νησιού. Η σημερινή του μορφή οφείλεται σε εκτεταμένες μεταγενέστερες επεμβάσεις, που πραγματοποιήθηκαν κυρίως κατά τις περιόδους της οθωμανικής και ενετικής κυριαρχίας του νησιού.
Το όνομα Αγία Μαύρα -που κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους χαρακτηρίζει τόσο το κάστρο όσο και το νησί- θεωρείται ότι προέρχεται από τον ομώνυμο ναό που βρισκόταν εντός των τειχών ήδη από τον 14ο αιώνα.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Το αρχικό κάστρο ιδρύθηκε γύρω στα 1300 από τον ηγεμόνα Ιωάννη Α΄ Ορσίνι (Giovanni Orsini), προκειμένου να ενισχύσει την άμυνα του νησιού. Σύμφωνα με πηγές του 17ου αιώνα, ήταν μικρό και ορθογώνιας κάτοψης με πύργους στις γωνίες, ενώ αργότερα λειτούργησε ως ακρόπολη του κάστρου. Διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, ενώ στη συνέχεια κατεδαφίστηκε σταδιακά, χωρίς να σώζονται σήμερα ορατά κατάλοιπά του.
Το 1331, το νησί και το κάστρο καταλαμβάνονται από τον κληρονόμο του Δουκάτου των Αθηνών Γκωτιέ ΣΤ΄ της Βρυέννης, στη συνέχεια περνούν για μικρό διάστημα στους Ανδεγαυούς βασιλείς της Νεαπόλεως και τελικά παραχωρoύνται στον Βενετό Γρατιανό Τζώρτη (Grazziano Zorzi). Το 1362, η Λευκάδα εντάσσεται στην κομητεία Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Ιθάκης, αρχικά υπό τη διοίκηση του Λεονάρδου Α΄ Τόκκου (Leonardo I Tocco) και έπειτα του γιου του, Κάρολου Α΄ Τόκκου (Carlo I Tocco). Την περίοδο αυτή, ο πληθυσμός ενισχύεται με την εγκατάσταση μισθοφόρων, Λατίνων ευγενών, εμπόρων και άλλων επαγγελματιών και σε σύντομο χρονικό διάστημα αναπτύσσεται μια ακμάζουσα κοινωνία. Σύμφωνα με το Χρονικό των Τόκκων, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επεμβάσεις βελτίωσης και ενίσχυσης του κάστρου, που πλέον περιλαμβάνει έναν οικισμό γύρω από το αρχικό μικρό οχυρό, ο οποίος φαίνεται πως περιτειχίστηκε αυτήν την περίοδο. Έτσι, το 1420, σε χάρτη του περιηγητή Cristoforo Buondelmonti περιγράφεται ως οχυρωμένος οικισμός («Oppidum Sancta Maura») γύρω από μία ακρόπολη.
Κατά την περίοδο της Α΄ οθωμανικής κυριαρχίας του κάστρου (1479-1502) φαίνεται πως πραγματοποιήθηκαν ελάχιστες επεμβάσεις.
Στο σύντομο χρονικό διάστημα της βενετικής κυριαρχίας που ακολούθησε (1502-1503), ο ναύαρχος Benedetto Pesaro υλοποιεί εκτεταμένες εργασίες εκσυγχρονισμού των οχυρώσεων για την προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα της χρήσης πυροβόλων όπλων. Στις κυριότερες περιλαμβάνονται η κατασκευή ενός νέου προμαχώνα με στοά στα νοτιοανατολικά και ενός άλλου στα βόρεια.

Στο διάστημα της Β΄ οθωμανικής περιόδου (1503-1684) πραγματοποιούνται εκτεταμένες επεμβάσεις στο κάστρο, προκειμένου να προσαρμοστεί στις εξελίξεις της πολεμικής τεχνολογίας και να μπορεί να αντιμετωπίσει τις συνεχείς βενετικές επιθέσεις (1572, 1604, 1658, 1667, 1684). Το παλαιό μικρό φρούριο των Φράγκων μετατρέπεται σε καλά οχυρωμένη ακρόπολη, ενώ ο οχυρωμένος οικισμός έξω από αυτήν εξοπλίζεται με νέα επικλινή τείχη (σκάρπα) και οι προμαχώνες διευρύνονται, για να αποκτήσει το κάστρο προς τα τέλη του 16ου αιώνα τη βασική μορφή που διατηρεί μέχρι σήμερα, με την ακανόνιστη επταγωνική κάτοψη και τους ισχυρούς προμαχώνες. Ιδρύονται πολλά κτήρια, που περιλαμβάνουν τζαμιά, ιεροδιδασκαλείο, χαμάμ, χάνι, αποθήκες και συστήματα υδροδότησης. Κατασκευάζεται επίσης ένα μεγάλο υδραγωγείο που εφοδίαζε με νερό τον οικισμό διασχίζοντας τη λιμνοθάλασσα επάνω σε 360 τόξα, παράλληλα σχεδόν με τον επιθαλάσσιο δρόμο που ενώνει σήμερα την πόλη της Λευκάδας με το κάστρο. Με τα έργα αυτά, η Αγία Μαύρα καθίσταται ένα ιδιαίτερα ισχυρό οθωμανικό φρούριο, το οποίο κατά τη βενετική επίθεση το 1572 αποδεικνύεται απόρθητο.
Την περίοδο αυτή, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, το κάστρο αποτελεί επίσης ξακουστό άντρο πειρατών, όπως αναφέρει και ο Oθωμανός περιηγητής Evliya Çelebi, που το επισκέπτεται το 1688. Ο ίδιος μας πληροφορεί ότι η Αγία Μαύρα έχει εξελιχθεί σε μεγάλο οικισμό. Αναφέρει το παλαιό φρούριο που χρησιμοποιείται ως ακρόπολη, καθώς και 200 σπίτια διατεταγμένα κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, στα οποία κατοικούν Οθωμανοί αξιωματούχοι και η φρουρά. Έξω από τα τείχη έχουν δημιουργηθεί δύο συνοικισμοί, στους οποίους κατοικεί ο χριστιανικός πληθυσμός: η Χώρα ή Μπούργο στα δυτικά, στην περιοχή της σημερινής διώρυγας, και η Άλλη Μεριά στα ανατολικά, που ξεκινούσε από τα ανατολικά τείχη καταλαμβάνοντας έκταση μήκους 200 μ.
Το 1684, με αφορμή τη συνεχή δραστηριότητα των πειρατών της Αγίας Μαύρας, το κάστρο πολιορκείται και καταλαμβάνεται από τη βενετική εκστρατευτική αρμάδα (στόλο) υπό τον Francesco Morosini. Οι Βενετοί προβαίνουν σε δραστικές μεταβολές και επιδιορθώσεις των τειχών. Εντός του κάστρου, τα τζαμιά μετατρέπονται σε χριστιανικούς ναούς, οι κατοικίες εντός και εκτός των τειχών κατεδαφίζονται και κατασκευάζονται κτήρια για την εγκατάσταση των ενετικών διοικητικών και θρησκευτικών αρχών και του στρατού, ενώ ο οικισμός μεταφέρεται στο προάστιο της Αμαξικής, στη θέση της σημερινής πόλης.
Το 1715, το κάστρο καταλαμβάνεται προσωρινά από τους Οθωμανούς, για να επανέλθει όμως τον επόμενο χρόνο στην κατοχή των Ενετών. Το 1718 αναθέτουν στον Γερμανό στρατηγό Σούλενμπουργκ (Schulenburg) την ενίσχυση των τειχών και τη βελτίωση της άμυνας του κάστρου, κυρίως στην ανατολική και δυτική πλευρά που ήταν οι πιο ευάλωτες. Πραγματοποιούνται διαπλατύνσεις των τειχών, διανοίγονται θολοσκεπείς στοές με πυροβολεία σε καίρια σημεία, αναδιαμορφώνονται οι προμαχώνες, ενώ τριγωνικά προτειχίσματα και ένυδρες τάφροι περικλείουν το κάστρο αποτελώντας πλέον την πρώτη γραμμή άμυνας. Το κάστρο αποκτά την περίοδο αυτή την πιο εκτεταμένη μορφή του, ενώ σημαντική εξέλιξη είναι η σταδιακή κατεδάφιση της ακρόπολης, του αρχικού πυρήνα του κάστρου.
Από το 1797 και εξής, η Λευκάδα βρίσκεται κάτω από σύντομη γαλλική και στη συνέχεια ρωσοτουρκική διοίκηση, ενώ το 1800 ιδρύεται η Επτάνησος Πολιτεία, που το 1807 περνά στην κυριότητα των Αυτοκρατορικών Γάλλων. Οι τελευταίοι προχωρούν στην τελειοποίηση της οχύρωσης του κάστρου και την ενίσχυση του εξοπλισμού του με πυροβολητές και άλλο πολεμικό υλικό.
Κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας, από το 1810 μέχρι την ένωση των Επτανήσων με το Ελληνικό κράτος (1864), το φρούριο λειτουργεί ως στρατιωτικό κέντρο του νησιού. Υλοποιούνται εκτεταμένες εργασίες που αφορούν κυρίως στην κατασκευή έργων υποδομής εντός και εκτός του κάστρου, ανακαινίζονται παλαιά κτήρια, κατασκευάζονται στρατώνες, νοσοκομείο, φυλακές, καθώς και ο φάρος, ενώ οριοθετείται ο χώρος του νεκροταφείου. Επιπλέον αντικαθίστανται με λιθόκτιστες οι ξύλινες γέφυρες που ένωναν το κάστρο με την Ακαρνανία και τη Λευκάδα, ενώ ανοίγεται διώρυγα για τη διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας και κατασκευάζεται επιθαλάσσιος δρόμος για τη σύνδεση του κάστρου με την πρωτεύουσα του νησιού.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο χώρος του κάστρου χρησιμοποιείται διαδοχικά ως φυλακή, ως τόπος φιλοξενίας προσφύγων, αλλά και ως αθλητικός χώρος. Το 1938, παρότι είχε ήδη κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος, το οικοδομικό υλικό του κάστρου πωλείται υπέρ του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικών ζημιών στα μνημεία του χώρου.
Σήμερα, μετά τις πρόσφατες εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης που πραγματοποιήθηκαν από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων, το κάστρο λειτουργεί ως επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος με υποδομές και διαμορφωμένες διαδρομές επισκεπτών, εκθεσιακούς χώρους και ενημερωτικό υλικό.

Το κάστρο απέκτησε τη βασική μορφή που διατηρεί μέχρι σήμερα στα τέλη του 16ου αιώνα, κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας, παρ’ όλες τις σημαντικές μεταγενέστερες επεμβάσεις των Βενετών και τις διαμορφώσεις της περιόδου της αγγλοκρατίας. Έχει σχήμα ακανόνιστου επταγώνου και περιβάλλεται από προτειχίσματα, αναλήμματα και εξωτερικά οχυρά, κάποια από τα οποία σήμερα ανήκουν σε ιδιώτες, έχοντας αλλοιωθεί, αποδομηθεί ή καλυφθεί από άμμο. Η ανατολική (προς την Ακαρνανία) και η δυτική (προς τη Λευκάδα) πλευρά των τειχών, που προστατεύονταν από ένυδρες τάφρους, έφεραν το κύριο βάρος της άμυνας με τα τείχη να έχουν πλάτος 20 μ. και να διαμορφώνουν ισόγειες εγκάρσιες στοές με κανονιοθυρίδες. Τα τείχη -των οποίων τα ευθύγραμμα τμήματα φτάνουν τα 10 μ. ύψος- υψώνονται άλλοτε κατακόρυφα και άλλοτε κεκλιμένα, ενώ η τοιχοποιία τους παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία λόγω των συνεχών επεμβάσεων που έχουν υποστεί για την ενίσχυση της άμυνας και τον εκσυγχρονισμό του κάστρου.
Η οχύρωση ενισχύεται με εννέα συνολικά προμαχώνες, οι οποίοι ποικίλλουν ως προς τη μορφή, το μέγεθος και τον τρόπο δόμησής τους. Οι περισσότεροι έχουν κατασκευαστεί από τους Οθωμανούς και έχουν τροποποιηθεί στη συνέχεια από τους Βενετούς, ενώ αποκλειστικά βενετικής κατασκευής είναι οι προμαχώνες Πιζάνι και Αγίου Μάρκου, στη βορειοανατολική και νοτιοανατολική γωνία, αντίστοιχα. Στον προμαχώνα του Παντοκράτορα, στη βόρεια πλευρά των τειχών, δεσπόζει ο φάρος, που κατασκευάστηκε επί αγγλοκρατίας και έχει σήμερα αποκατασταθεί πλήρως, αποτελώντας έναν από τους πιο καλοδιατηρημένους ελληνικούς φάρους. Ο εντυπωσιακότερος, όμως, προμαχώνας είναι η ημισέληνος (προμαχώνας του Αγίου Φραγκίσκου), ο οποίος κατασκευάστηκε αρχικά κατά την περίοδο των Τόκκων (τον 15ο αι.), ενισχύθηκε και αναδιαμορφώθηκε αργότερα από τους Οθωμανούς, τους Βενετούς και τους Άγγλους, ενώ σήμερα στο εσωτερικό του έχει διαμορφωθεί μουσειακός χώρος.

Δύο κύριες πύλες, στην ανατολική και δυτική πλευρά αντίστοιχα, επέτρεπαν την επικοινωνία με την Ακαρνανία και την ενδοχώρα της Λευκάδας. Η πρόσβαση σε αυτές γινόταν με ξύλινες γέφυρες πάνω από τις ένυδρες τάφρους, οι οποίες επί αγγλοκρατίας αντικαταστάθηκαν από λιθόκτιστες.
Η ανατολική πύλη κατασκευάστηκε από τους Οθωμανούς κατά το β΄ μισό του 16ου αιώνα, αλλά η αρχική της μορφή έχει αλλοιωθεί από τις μεταγενέστερες επεμβάσεις των Βενετών και των Άγγλων, ενώ η χρήση της διακόπηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι τοποθετημένη σε εσοχή του τείχους, ώστε να είναι προστατευμένη, ενώ ενισχυόταν από τον προμαχώνα που σήμερα στεγάζει την εκκλησία της Αγίας Μαύρας. Μπροστά από την πύλη αυτή διατηρούνται ακόμη σήμερα οι λίθινες βάσεις της γέφυρας επάνω από την τάφρο.
Η δυτική πύλη χρησιμοποιείται σήμερα για την πρόσβαση στο κάστρο. Κατασκευάστηκε και αυτή από τους Οθωμανούς, αλλά αναδιαμορφώθηκε από τους Βενετούς που της απέδωσαν μνημειώδη μορφή, ενώ προστατευόταν από τον μεγάλο προμαχώνα του Αγίου Αντωνίου. Αποτελείται από δύο θολωτά τμήματα, ανάμεσα στα οποία διαμορφώνεται ένα ασκεπές κεντρικό τμήμα σαν μικρό αίθριο, το οποίο προστάτευαν οι τυφεκιοθυρίδες του δεξιού τοίχου και το φυλάκιο της φρουράς που βρισκόταν λίγο ψηλότερα.

Ο οχυρωμένος χώρος διαρθρώνεται εσωτερικά σε δύο στάθμες. Βορειοανατολικά, στο ανώτερο επίπεδο, βρισκόταν άλλοτε η μεσαιωνική ακρόπολη του κάστρου, η οποία κατεδαφίστηκε κατά τον 18ο αιώνα. Στον υπόλοιπο χώρο, που εκτείνεται στη θέση της παλαιάς πόλης της Αγίας Μαύρας, διατηρούνται σήμερα κατάλοιπα θρησκευτικών και διοικητικών κτηρίων, φυλακών και στρατώνων, που εξυπηρετούσαν τις διοικητικές και λειτουργικές ανάγκες των Βενετών και αργότερα των Άγγλων.
Από τα κτίσματα των Βενετών, στο βόρειο τμήμα του χώρου, ξεχωρίζουν ο ναός του Αγίου Σωτήρα (San Salvatore), κτισμένος στη θέση παλαιότερου τζαμιού, το κελί και η μονή των Φραγκισκανών, η οικία του Τακτικού Προβλεπτή, καθώς και η πυριτιδαποθήκη, που σήμερα έχει διαμορφωθεί σε χώρο προβολής οπτικοακουστικού υλικού.
Κατασκευές της περιόδου της αγγλοκρατίας σώζονται διάσπαρτες στον χώρο και περιλαμβάνουν κατάλοιπα διάφορων στρατιωτικών και διοικητικών κτηρίων (φυλακές, στρατώνες, λέσχη αξιωματικών, νοσοκομείο). Το νεκροταφείο, στα νότια του χώρου, χρησιμοποιήθηκε ήδη από τα οθωμανικά χρόνια ως ταφικός χώρος, αργότερα διαμορφώθηκε σε προτείχισμα από τους Βενετούς για αμυντικούς λόγους, ενώ επί αγγλοκρατίας είχε διπλή χρήση ως αμυντικός και ταυτόχρονα ταφικός χώρος.
Η πρώτη εκκλησία της Αγίας Μαύρας, στην οποία φαίνεται να οφείλεται η ονομασία του κάστρου, κτίστηκε από τους Ανδεγαυούς τον 14ο αιώνα, ενώ μία ακόμη εκκλησία αφιερωμένη στην ίδια αγία κτίστηκε στα μέσα του 15ου αιώνα από την Ελένη Παλαιολογίνα, κόρη του τότε Δεσπότη του Μυστρά. Οι Οθωμανοί τη μετέτρεψαν σε τζαμί, ενώ αργότερα, επί βενετοκρατίας μετετράπη ξανά σε χριστιανικό ναό. Η εκκλησία αυτή, που βρισκόταν κοντά στην ανατολική πύλη και δίπλα στην πυριτιδαποθήκη, υπέστη στους μετέπειτα χρόνους σοβαρές ζημιές, για να καταστραφεί τελικά ολοσχερώς κατά τον 19ο αιώνα. Το 1889 μεταφέρθηκε στη θέση που βρίσκεται σήμερα, εντός του προμαχώνα της νοτιοανατολικής γωνίας (προμαχώνας Αγίου Μάρκου).

error: Content is protected !!