Άσος

Άσος

Το κάστρο της Άσου αποτελεί το πλέον φιλόδοξο οχυρωματικό έργο της Βενετίας στην Κεφαλονιά. Βρίσκεται στην ομώνυμη χερσόνησο στη βορειοδυτική ακτή του νησιού, σε θέση φυσικά οχυρή με απότομες πλαγιές και μοναδική πρόσβαση τον στενό ισθμό που τη συνδέει με την απέναντι στεριά. Η κατασκευή του οχυρού εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα ενίσχυσης των κτήσεων της Βενετίας στην Ανατολή στα τέλη του 16ου αιώνα, μετά την απώλεια της Κύπρου (1571) και την ολοένα αυξανόμενη οθωμανική απειλή.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Το 1577, η ανάγκη ανέγερσης νέου κάστρου στο νησί αναφέρεται σε έκθεση του Προβλεπτή της Κεφαλονιάς Francesco Tiepolo και το 1584, πρεσβεία της Κοινότητας της Κεφαλονιάς μεταβαίνει στη Βενετία με το ίδιο αίτημα. Το κάστρο του Αγίου Γεωργίου, πρωτεύουσας του νησιού, δεν επαρκούσε για την προστασία των κατοίκων από τις συχνές επιδρομές του Οθωμανικού στόλου και των πειρατών από τη γειτονική Λευκάδα. Η ανέγερση νέου οχυρού στον βορρά του νησιού θα λειτουργούσε αποτρεπτικά και θα ενίσχυε τη γραμμή άμυνας της Βενετίας στο Ιόνιο.
Η κατασκευή του κάστρου ξεκινά τελικά στη χερσόνησο της Άσου το 1593, μετά από αποστολή και δεύτερης πρεσβείας της κοινότητας στη Βενετία. Η οχύρωση σχεδιάστηκε από τον μηχανικό Μαρίνο ντι Τζεντιλίνι και την τεχνική επίβλεψη είχαν οι μηχανικοί Ραφαέλο Ρασπόνι και Πιέρο Καμπούτι. Το έργο ολοκληρώνεται ταχύτατα και με μυστικότητα σε μόλις δύο χρόνια, το 1595, ενώ οι οικοδομικές εργασίες στο εσωτερικό του κάστρου συνεχίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του α΄ μισού του 17ου αιώνα.
Οι Βενετοί δεν προχωρούν μόνο σε οχυρωματικά έργα, αλλά ρυμοτομούν ολόκληρη τη χερσόνησο με μεγάλους δρόμους και οικοδομικά τετράγωνα. Σκοπός τους, εκτός από την εξασφάλιση καταφυγίου για τον πληθυσμό σε περίπτωση επιδρομών, ήταν η δημιουργία μιας νέας πόλης στην οποία σχεδίαζαν να μεταφέρουν το διοικητικό κέντρο του νησιού. Για τον λόγο αυτόν καλούν τους κατοίκους των γύρω περιοχών να αγοράσουν οικόπεδα, δεν βρίσκουν ωστόσο σημαντική ανταπόκριση. Η Άσος τελικά δεν αναπτύσσεται ποτέ ως αστικό κέντρο, κυρίως λόγω της έλλειψης νερού και της δυσπρόσιτης για το νησί θέσης της.

Στις αρχές του 17ου αιώνα, στα βόρεια του ισθμού της χερσονήσου, κατασκευάζεται λιμάνι, το οποίο λόγω του μεγέθους του, αλλά και των αβαθών του υδάτων δεν μπορούσε να φιλοξενήσει μεγάλο αριθμό πλοίων. Κατά τον ίδιο αιώνα, εξωτερικά του κάστρου θα δημιουργηθεί οικισμός, το προάστιο (Borgo), η σημερινή Άσος. Το 1684, οι Βενετοί καταλαμβάνουν τη Λευκάδα από τους Οθωμανούς και η στρατηγική σημασία της Άσου για την άμυνα του νησιού μειώνεται σημαντικά. Το 1797 καταλύεται το Βενετικό κράτος από τα γαλλικά στρατεύματα. Κατά τη σύντομη κυριαρχία των Δημοκρατικών Γάλλων στην Κεφαλονιά, το διάστημα 1797-1798, τοποθετείται στο κάστρο έδρα προσωρινού Δημαρχείου, ενώ κάποια από τα κτήρια στο εσωτερικό του μετασκευάζονται για τις ανάγκες στέγασης της διοίκησης και της φρουράς. Παράλληλα πραγματοποιούνται βελτιώσεις στο σύστημα συλλογής και απορροής των ομβρίων υδάτων.
Το κάστρο τον 19ο αιώνα έχει χάσει κάθε στρατηγική σημασία, παρακμάζει και εγκαταλείπεται σταδιακά, ενώ αντίθετα ο πληθυσμός της σημερινής Άσου, του προαστίου, αυξάνεται. Από το 1927 έως και τον μεγάλο σεισμό της Κεφαλονιάς το 1953, στο κάστρο λειτουργούν αγροτικές φυλακές.

Τα τείχη ακολουθούν το φυσικό ανάγλυφο της χερσονήσου, έχουν συνολική περίμετρο περίπου 3 χλμ. και ενισχύονται σε καίρια σημεία τους με πέντε προμαχώνες. Τμήμα της βόρειας πλευράς, ιδιαίτερα απόκρημνο, παρέμεινε ατείχιστο. Εξαιτίας του βραχώδους εδάφους και των απότομων κλίσεων, οι μηχανικοί δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσουν τις αρχές του προμαχωνικού συστήματος. Και οι πέντε προμαχώνες που ενισχύουν τα πιο αδύναμα σημεία των τειχών είναι ελλιπείς και έχουν ιδιάζουσα μορφή, μοιάζοντας περισσότερο με προεξοχές των τειχών. Ο πιο ισχυρός, αλλά και σύνθετος, από τους προμαχώνες είναι ο νοτιοανατολικός, του Αγίου Ιωάννη Κόμη (Canal), που αποτελείται από δύο εξαγωνικές κατασκευές που ενώνονται μεταξύ τους με ευρύ διάδρομο.
Η κύρια πύλη του κάστρου ανοίγεται σε προμαχώνα στην ανατολική πλευρά των τειχών (προμαχώνας Moceniga), διαθέτει μνημειακό περιθύρωμα και οδηγεί στο εσωτερικό της οχύρωσης μέσα από καμαροσκέπαστη στοά. Στην εσωτερική όψη της πύλης διατηρείται στο τοξωτό υπέρθυρο εγχάρακτη η χρονολογία κατασκευής της, το έτος 1611. Δύο μικρότερες βοηθητικές πύλες ανοίγονται μία στη νότια πλευρά των τειχών και μία στη βορειοδυτική γωνία τους. Η τελευταία ενώνει το κάστρο με προκεχωρημένο φυλάκιο στο βόρειο άκρο της χερσονήσου.
Αρκετά από τα κτήρια στο εσωτερικό του κάστρου ήταν ήδη ερειπωμένα κατά την κατάληψη του νησιού από τους Γάλλους το 1797. Ο Βενετός γεωγράφος Vicenzo Coronelli, το 1685, αναφέρει την ύπαρξη 60 δημόσιων κτηρίων και 200 κατοικιών εντός των τειχών. Σήμερα, διατηρούνται κατάλοιπα διάφορων οικοδομημάτων, μεταξύ των οποίων η οικία του Προβλεπτή (Proveditore) και ο λατινικός ναός του Αγίου Μάρκου, κοντά στην κεντρική πύλη. Στα νότια διατηρείται επίσης το συγκρότημα των αγροτικών φυλακών που λειτούργησαν μέχρι το 1953.

error: Content is protected !!