Άρτα

Άρτα

Το κάστρο της Άρτας είναι κτισμένο σε μικρό λόφο στο βορειοανατολικό τμήμα της σημερινής πόλης. Καταλαμβάνει θέση φυσικά οχυρή, καθώς την περίοδο κατασκευής του (11ος-12ος αιώνας) ο ποταμός Άραχθος προστάτευε την ανατολική και τη βόρεια πλευρά του. Σήμερα οι προσχώσεις του ποταμού έχουν μεταφέρει την κοίτη σε απόσταση από τα τείχη. Η θέση του κάστρου έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς καταλαμβάνει κομβικό σημείο στο κυριότερο πέρασμα προς την ενδοχώρα της Ηπείρου. Ο Άραχθος, πλωτός μέχρι τις εκβολές του στον Αμβρακικό κόλπο, παρείχε στην Άρτα την απαραίτητη σύνδεση με τους θαλάσσιους δρόμους του εμπορίου.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Η σημασία της τοποθεσίας της πόλης αναδείχθηκε ήδη από την αρχαιότητα. Στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., Κορίνθιοι άποικοι ιδρύουν στη θέση της σημερινή πόλης της Άρτας την Αμβρακία, σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο της βορειοδυτικής Ελλάδας. Κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, η Αμβρακία παρακμάζει και χάνεται ιστορικά. Επανεμφανίζεται στις ιστορικές πηγές τον 11ο αιώνα με νέα ονομασία, Άρτα. Την ίδια περίοδο έχει χρονολογηθεί η ανέγερση του κάστρου, το οποίο στην ανατολική και βόρεια πλευρά του ενσωμάτωσε τμήματα του τείχους της Αμβρακίας.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο Μιχαήλ Α΄ Άγγελος Κομνηνός Δούκας ιδρύει το 1205 το κράτος ευρύτερα γνωστό σήμερα ως «Δεσποτάτο» της Ηπείρου, ορίζοντας την Άρτα πρωτεύουσά του. Στον γιο του, Μιχαήλ Β΄, αποδίδονται εργασίες επισκευής και ενίσχυσης στο κάστρο, το οποίο αποκτά σε γενικές γραμμές τη μορφή που διατηρεί μέχρι σήμερα. Σωζόμενα βυζαντινά μνημεία εκτός του κάστρου, στον ιστό της σύγχρονης πόλης και στην ευρύτερη περιοχή μαρτυρούν την εξέλιξη της Άρτας σε ακμαίο αστικό κέντρο της περιόδου.
Ο 14ος αιώνας, ιδιαίτερα μετά το 1318, αποτελεί περίοδο έντονης πολιτικής αναταραχής. Το κάστρο και η πόλη πολιορκούνται από τα στρατεύματα του Καρόλου Β΄, βασιλιά της Νεάπολης της Ιταλίας, του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, αλλά και από Σέρβους και Αλβανούς τοπάρχες. Κύριοι του Δεσποτάτου και της Άρτας γίνονται οι κόμητες της Κεφαλληνίας Ορσίνι, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος και τέλος, ο τσάρος των Σέρβων Στέφανος Δουσάν. Μετά το 1374, η Άρτα διοικείται από την οικογένεια των Αλβανών ηγεμόνων Σπάτα. Το 1416, ο Παλατινός Κόμης Ζακύνθου και Κεφαλληνίας Κάρολος Α΄ Τόκκος, που κατέχει ήδη τα Ιωάννινα, καταλαμβάνει και την Άρτα και γίνεται άρχοντας της Ηπείρου. Από το 1430, η πόλη καταβάλει φόρο υποτελείας στους Οθωμανούς, οι οποίοι το 1449 την κυριεύουν οριστικά.
Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, η πόλη παραμένει σημαντικό και ακμάζον κέντρο της περιοχής. Την περίοδο 1796-1820 αποτελεί τμήμα του πασαλικίου του Αλή Πασά, ο οποίος πραγματοποιεί εκτεταμένες επισκευαστικές εργασίες στο κάστρο και πιθανότατα κατασκευάζει τον νοτιοδυτικό προμαχώνα. Στο εσωτερικό της ακρόπολης υπήρχε φυλακή, στην οποία κλείστηκε ο Μακρυγιάννης και άλλοι αγωνιστές. Κατά την Επανάσταση του 1821, παρά τις προσπάθειες των Ελλήνων, το κάστρο παραμένει στα χέρια των Οθωμανών. Το 1881, με τη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, η Άρτα προσαρτάται στο Ελληνικό κράτος. Οι φυλακές, σε ανεξάρτητο κτήριο πλέον, παρέμειναν σε λειτουργία μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα και την παραχώρηση του κάστρου στον ΕΟΤ. Το 1960 ολοκληρώθηκε από τον ΕΟΤ η κατασκευή του ξενοδοχείου ΞΕΝΙΑ και η διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου του με κήπους και εκτεταμένη δενδροφύτευση. Στο κάστρο έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες στερέωσης, αποκατάστασης και ανάδειξης από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ.

Το κάστρο της Άρτας έχει τραπεζοειδή κάτοψη και έκταση περίπου 40 στρεμμάτων. Η μικρή του έκταση έρχεται σε αντίθεση με τη σημασία που απέκτησε η Άρτα μετά τον 13ο αιώνα. Αποτελούσε πιθανώς ένα τμήμα της οχύρωσης της πόλης, ως φρουριακό συγκρότημα, έδρα της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης. Έχει προταθεί ότι το αρχαίο τείχος, το συνολικό μήκος του οποίου έφτανε τα 4.500 μ., με κατάλληλες επεμβάσεις ίσως προστάτευε ως ευρύτερος περίβολος τη μεσαιωνική πόλη, υπόθεση που απαιτεί, όμως, επιβεβαίωση από ανασκαφικά δεδομένα.
Τα τείχη του κάστρου σήμερα φτάνουν σε ορισμένα σημεία σε ύψος τα 11 μ. και ενισχύονται σε καίριες θέσεις με πύργους ορθογώνιους, ημικυκλικούς, πολυγωνικούς, αλλά και τριγωνικούς ψευδόπυργους (τριγωνικές προεξοχές των τειχών). Δέχθηκαν επισκευές και μετασκευές σε όλη τη διάρκεια της ιστορικής διαδρομής της πόλης. Περίδρομος, διάδρομος δηλαδή, για την κυκλοφορία των αμυνόμενων στρατιωτών πίσω από τις επάλξεις, περιτρέχει όλο το μήκος του τείχους. Μεταγενέστερα διαμορφώθηκαν στις επάλξεις κανονιοθυρίδες και τυφεκιοθυρίδες από τους Οθωμανούς, αυξήθηκε κατά περίπτωση το πλάτος του περιδρόμου και γενικότερα πραγματοποιήθηκαν σημειακές παρεμβάσεις προσαρμογής στη νέα τεχνολογία των πυροβόλων όπλων.
Η ανατολική πλευρά διαθέτει τους λιγότερους πύργους, καθώς προστατευόταν από τον ποταμό Άραχθο. Προτείχισμα, τείχος χαμηλότερου ύψους μπροστά από τον κυρίως περίβολο, καλύτερα διατηρημένο στη βόρεια πλευρά και αποσπασματικά στην ανατολική, ενίσχυε την άμυνα και προστάτευε την οχύρωση από τις πλημμύρες του ποταμού.
Η νοτιοδυτική γωνία του κάστρου, παρόλο που δεν είναι το ψηλότερο σημείο, αποκόπτεται από το υπόλοιπο εσωτερικό του με τείχος, διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερα οχυρή ακρόπολη γνωστή ως Ιτς Καλέ ή Καστράκι. Η ακρόπολη ενισχύθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα με ισχυρό πολυγωνικό προμαχώνα, κατάλληλο για την τοποθέτηση πυροβόλων όπλων.

Η κύρια πύλη του κάστρου ανοίγεται στη νότια πλευρά των τειχών και σήμερα αποτελεί τη μοναδική πρόσβαση στον χώρο. Η μορφή της οφείλεται σε μετασκευή των νεότερων χρόνων. Προστατευόταν από τετράγωνο πύργο και εξωτερικό προτείχισμα. Μικρότερη πυλίδα ανοίγεται στη βόρεια πλευρά των τειχών, δίπλα στον ποταμό Άραχθο.
Πολύ κοντά στην κεντρική πύλη του κάστρου βρίσκεται η είσοδος στην ακρόπολη, την οποία προστατεύει προτείχισμα. Πύλη στο προτείχισμα οδηγεί μέσα από στενόμακρο διάδρομο στη χαμηλή πύλη εισόδου στον εσωτερικό χώρο της ακρόπολης. Η πύλη της ακρόπολης διαθέτει μαρμάρινο περιθύρωμα, πιθανώς από αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση και προστατεύεται από καταχύστρα, δηλαδή κτιστή περίκλειστη προεξοχή με ανοίγματα στο δάπεδο από την οποία οι αμυνόμενοι εξαπέλυαν τα πυρά τους.

Στο εσωτερικό της ακρόπολης, τη βόρεια πλευρά του χώρου καταλαμβάνει κτήριο μεγάλων διαστάσεων, το οποίο έχει αποκατασταθεί και χρησιμοποιείται ως χώρος περιοδικών εκθέσεων. Η σημερινή μορφή του κτηρίου χρονολογείται στην οθωμανική περίοδο, διαθέτει ωστόσο παλαιότερες οικοδομικές φάσεις. Επάνω από την τοξωτή του είσοδο είναι εντοιχισμένο μαρμάρινο ανάγλυφο της βυζαντινής περιόδου με τη μορφή λέοντα. Ένα ακόμη κτήριο, μικρότερων διαστάσεων, σώζεται στη νοτιοδυτική πλευρά του χώρου. Κοντά στον προμαχώνα, προς τη νοτιοδυτική γωνία, διατηρείται μαρμάρινο, ορθογώνιο στόμιο πηγαδιού, το οποίο φέρει οικόσημο του Καρόλου Α΄ Τόκκου, κόμητα της Κεφαλληνίας και ηγεμόνα της Άρτας μετά το 1416. Στον αύλειο χώρο της ακρόπολης έχει κατασκευαστεί μικρό, σύγχρονο υπαίθριο θέατρο. Κάτω από το θέατρο διατηρούνται λείψανα ερειπωμένου κτίσματος της βυζαντινής περιόδου.

Στο εσωτερικό του κάστρου κυριαρχεί το κτήριο του ξενοδοχείου ΞΕΝΙΑ, πλησίον του οποίου βρίσκεται ο σύγχρονος ναός των Αγίων Πάντων, οικοδομημένος πάνω σε παλαιότερο ναό. Διακρίνονται επίσης αρχιτεκτονικά κατάλοιπα κτηρίου μεγάλων διαστάσεων που έχει χρονολογηθεί στη βυζαντινή περίοδο. Έχει προταθεί η ταύτιση του κτίσματος με το ανάκτορο των ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, όπως και με το σεράι στο οποίο κατοικούσε ο φρούραρχος σύμφωνα με τον περιηγητή του 17ου αιώνα Evliya Çelebi. Ο υπόλοιπος χώρος γύρω από το σύγχρονο ξενοδοχείο έχει διαμορφωθεί ως κήπος με πυκνές φυτεύσεις δέντρων, περιπατητικές διαδρομές και αθλητικούς χώρους.

error: Content is protected !!